Γυναίκα είσαι και φαίνεσαι

Δέκα λεπτά πριν τις 7 βάζω κάθε μέρα την αφύπνιση στο κινητό –άσχετο: από πότε καταργήσαμε τη λέξη ξυπνητήρι;- Αμ, δε! Από τις 6 το μάτι γαρίδα. Μέρα γιορτής η σημερινή είπα να την τιμήσω. Κατεβαίνω –όπως είμαι- με το πιτζαμάκι το βαμβακερό, έξω χιονιάς δεν είναι για μεταξωτά- απ’ το δεύτερο όροφο στην κουζίνα. Βάζω την κατσαρόλα με το φαγητό. Ταυτόχρονα ετοιμάζω τα τάπερ για το φοιτητή. Μετά το τριήμερο φεύγει για Πάτρα και θέλει προμήθειες και φαγάκι της μαμάς. Αφήνω σημείωμα για περαιτέρω οδηγίες του τύπου έχει και μπιφτέκια στην κατάψυξη. Ούτε που το διάβασε.

Φτιάχνω τον ψευτοκαφέ μου –τον πρώτο της ημέρας (γάλα με νες). Δεν πρόλαβα να ρουφήξω, είχε αφρίσει και είχε χυθεί στο φούρνο μικροκυμάτων. Τον παρατάω.

Ανεβαίνω πάλι στον επάνω όροφο. Ένα μπάνιο στα γρήγορα. Ντύσιμο, τα ρούχα απ’ το βράδυ, μες στο σκοτάδι πού να βρεις τι θα φορέσεις. Λίγο βάψιμο.

Κατεβαίνω πάλι στις μύτες. Κλείνω  το μάτι αφού το ελέγξω χίλιες φορές και αποφεύγω να αντικρίσω το νεροχύτη. Ετοιμάζω και το τελευταίο τάπερ για τον κανακάρη νο2. Φεύγω φορτωμένη στις 7.25 με βιβλία, έγγραφα, τσάντα, κλειδιά. Γυρίζω πίσω για παλτό. Ρίχνει αδύναμο χιονάκι.

Οδηγώ μέχρι το σχολείο. Συντροφιά μου το ραδιόφωνο και οι σκέψεις για το τι μέλλει γενέσθαι σε τούτη τη χώρα. Η διάθεσή μου είναι σαν το χρηματιστήριο. Μια πέφτει μια ανεβαίνει. Έχω μια moodαμάρα σήμερα.

Εκεί, πάλι οι ίδιες διαδρομές: να ανοιχτούν οι τάξεις, τα φώτα, το καλοριφέρ. Μέχρι τις 8.10 που θα μπούνε για μάθημα έχω συνεννοηθεί για τα τρέχοντα με τους συναδέλφους, έχω μιλήσει στο τηλέφωνο με τρεις γονείς –ρωτάνε αν έχει σχολείο σήμερα, έχω κατεβάσει τα μέιλ, έχω βγάλει φωτοτυπίες τα διαβιβαστικά.

Πίνω, επιτέλους, τον πρώτο καφέ της ημέρας κατά τις 9.00. Το τηλέφωνο χτυπά αδιάκοπα. Περνάω στοιχεία ηλεκτρονικά σε βάση δεδομένων με τηλεφωνικές οδηγίες. Τυπώνω, φωτοτυπώ. Τέταρτη ώρα μάθημα με τα πρωτάκια. Χαράς ευαγγέλια!

Γονείς με περιμένουν για υπογραφές στο γραφείο. Το τηλέφωνο έχει πάθει κι αυτό κρίση. Συζήτηση με τους συναδέλφους. Όλο κάτι λείπει. Όλο κάτι σχεδιάζουμε.

Τα πιτσιρίκια σκούζουν στο διάλειμμα μαντρωμένα στο διάδρομο λόγω του ψύχους. Μας παίρνουν τα αυτιά. Κουδούνια χτυπάνε. Παιδιά και δάσκαλοι μπαινοβγαίνουν στις αίθουσες.

Φεύγει και ο τελευταίος συνάδελφος. Μένω μόνη με την καθαρίστρια. Τα λέμε λίγο. Κι αυτή τα δικά της, φόβος, ανασφάλεια για το μέλλον το δικό της και των παιδιών της.

Ελέγχω τα κτίρια. Αποχαιρετώ κατά τις 2.15 και σφαίρα για το ΑΤΜ. Ξέμεινα από ρευστό. Στάση για βενζίνη. Καρφί για το σπίτι.

Με περιμένουν οι δυο άντρες και ο γεμάτος νεροχύτης. Ζεσταίνω το φαγητό. Ξεντύνομαι –εδώ σας θέλω- στον επάνω όροφο.  Στρώνω τραπέζι και τρώμε στον κάτω. Μασάμε τις μπουκιές μαζί με τα γεγονότα της ημέρας.

Δε γίνεται τώρα να το αποφύγω. Τακτοποιώ την κουζίνα και αδειάζω το πιθάρι των Δαναΐδων: το νεροχύτη!

Θα ‘ταν 3.30 όταν πήρα την αγαπημένη μου θέση στον καναπέ. Πρέπει να έκλεισα τα μάτια για 15 λεπτά. Πετάγομαι επάνω. Οι σκέψεις δεν με αφήνουν ήσυχη ούτε λεπτό. Ένας είναι ο δρόμος: το γραφείο μου. Κλείνομαι μέσα σαν το βαρυποινίτη και αρχίζω να γράφω και να τακτοποιώ τα έγγραφά μου. Μέχρι που βρήκα την πτυχιακή μου χειρόγραφη να μου βγάζει γλώσσα από το 3ο ράφι ξεχασμένη εκεί από το 1987. «Άμα πεθάνω, ποιο χεράκι θα τα ρίξει όλα αυτά στον κάδο;» σκέφτομαι.

Προχωράω ακάθεκτη. Περιστρεφόμενη καρέκλα, όρθια, γραφείο, πού είναι τα γυαλιά μου, τα χαρτιά μου, τα χάπια μου; Φτιάχνω έναν βαρύ ελληνικό και συνεχίζω με διόρθωση κάποιου σημαντικού κειμένου.

Για να ξεθολώσει η σκέψη μου, κατά το σούρουπο, αποφασίζω να πεταχτώ μέχρι το σούπερ μάρκετ. Όντως ξελαμπικάρισα. Τι σου κάνουν οι πίκλες και οι φρυγανιές στα ράφια.

Φορτωμένη τσάντες με φαγώσιμα δε βλέπω την ώρα να γυρίσω σπίτι. Ψόφος! Δεν κυκλοφορεί ούτε κουνούπι στην Ακράτα και δεν είμαι καθόλου κεφάτη.

Μαγειρεύω κάτι ελαφρύ για βράδυ και προετοιμάζω το αυριανό. Δεν έχω όρεξη να ακούσω το Λαζόπουλο. Απλώνω ένα πλυντήριο σκούρα πάνω στα καλοριφέρ ενώ οι σκέψεις χορεύουν. Πηγαινοέρχομαι μεταξύ γραφείου σαλονιού όπου ένα ζηλευτό τζάκι το απολαμβάνει προκλητικά ο σύζυγος.

Βάζω μια τάξη στη στοίβα με τα χαρτιά μου. Προσπαθώ επί ματαίω να υποβάλω μια αίτηση ηλεκτρονικά. Μετά από μία ώρα γράψιμο, δε δέχεται το νούμερο του τηλεφώνου μου και με πετάει έξω. Το ‘χει η ημέρα φαίνεται.

«Άσε, καλύτερα θα προσπαθήσω πάλι αύριο» λέω και κάνω ζάπινκγ με το ποντίκι στο φατσόbooko. Έλεος! Όχι άλλα τραγούδια, βρε πιτσιρικαρία. Γράψτε κάτι για τη γυναίκα, μέρα που ‘ναι. Δε λέω για τη Μελίνα. Μας τέλειωσε και η Μανωλίδου μετά την κατάρρευση. Τόσες υπάρχουν. Από την Ιμβριώτη ως την Καλλιπάτειρα. Ε, όχι και τη Μέρκελ!

«Καλά να πάθεις» μου λέω με σαρκασμό, «Γυναίκα είσαι και φαίνεσαι και αυτά κάθεσαι και γράφεις σήμερα που είναι η γιορτή σου. Πήγαινε για ύπνο, κοντεύουν μεσάνυχτα».

 

Πατάω το τελευταίο κλικ και Μου εύχομαι Χρόνια Πολλά

Αναστασία Ευσταθίου,

Блог http://webekm.com/ и още нещо.

Full premium theme for CMS

Bookmaker bet365 The best odds.