Μια χώρα με προορισμό

Εκδρομή στην Ολλανδία τέλη Αυγούστου. Βροχή και συννεφιά όλο το τετραήμερο. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να ντύνεσαι κατακαλόκαιρο σαν κρεμμύδι σε εκδρομή και να γυρίζεις πίσω τις βερμούδες και τα αμάνικα άθικτα. Ένας τσιγκούνης ήλιος αραιά και που μας έκανε τη χάρη αλλά όχι για πολύ.

Η βροχή ταιριάζει στη χώρα καλύτερα. Λουστραρισμένοι δρόμοι, γρασίδι που λαμποκοπάει, γλάστρες με λουλούδια, χαμηλά σκουρόχρωμα σπίτια με μεγάλα στολισμένα παράθυρα, φρέσκοι άνθρωποι γεμάτοι κέφι για δουλειά, γεμάτοι κέφι για ζωή απ’ το πρωί. Χρόνος που δεν πάει χαμένος.

Μικροί μεγάλοι δουλεύουν. Η χώρα κατέχει το μεγαλύτερο ποσοστό εργαζόμενων γυναικών. Ανεξάρτητες, πανέμορφες ξανθές γυναίκες οι περισσότερες με τα μωρά τους μέσα στα καλαθάκια των ποδηλάτων τους, γεύονται μια ήπια καθημερινότητα χωρίς τα δικά μας νεύρα χωρίς τη γκρίνια και την οργή που συντροφεύει απ’ την ώρα που ανοίγει το μάτι τη δικιά μας μίζερη ζωή. Οι άνθρωποι πολύ απλά απολαμβάνουν τα κόπια τους. Βλέπουν αποτέλεσμα από τη δουλειά τους. Η πρόοδος που προκύπτει από την εργασία τους γι’ αυτούς είναι κάτι χειροπιαστό. Μια πρόοδος που έχει μακροπρόθεσμα τον αντίκτυπό της συνολικά στον κοινωνικό ιστό. Τη βιώνουν καθημερινά, καθώς βελτιώνεται η ζωή τους, γίνεται πιο άνετη και απείρως πιο πολιτισμένη.

Τρεις λέξεις θα χαρακτηρίσουν τη νοερή περιήγησή μου στην ξένη χώρα: Τρένα, ποδήλατα, διασκέδαση.

Τρένα. Τόσα τρένα είχα να δω από τότε που ήμουν παιδί και υπήρχε σταθμός στο χωριό μου. Δε μιλάμε για τρένα καρβουνιάρηδες. Μιλάμε για υπερσύγχρονα τρένα που διασχίζουν όλη τη χώρα κουβαλώντας χιλιάδες ανθρώπους στις δουλειές τους. Γρήγορα, ασφαλή, άνετα, πεντακάθαρα με ένστολο εισπράκτορα που περνά και σου ακυρώνει το εισιτήριο, με ένα χαμόγελο ως τα αυτιά, έτοιμος να σου δώσει οδηγίες σε σπαστά αγγλικά, με ηλεκτρονικές ανακοινώσεις σε φωτεινές ταμπέλες και με υπάλληλο με σφυρίχτρα –η αγαπημένη μορφή του σταθμάρχη των παιδικών μου χρόνων- να κλείνει τις πόρτες του σιδερένιου θηρίου χωρίς να περιμένει κανέναν.

Και βλάκας να είσαι δεν χάνεσαι στους σταθμούς τους. Το μόνο πρόβλημα εκείνη τη στιγμή είναι η διαχείριση του θυμού σου. Σου έρχεται στο νου η λέξη ΟΣΕ και θυμώνεις για τα τρένα (για εκείνα της ανάπτυξης μιλώ) που φύγαν και δεν ματαγύρισαν. Ο Βαγγέλης Γκούφας, πνευματικός πατέρας των στίχων προέλεγε τη μοίρα μας, αλλά εμείς ή μάλλον οι κυβερνώντες ξήλωναν τις γραμμές των τρένων ή ακόμα χειρότερα, ανύπαρκτοι ελεγκτικοί μηχανισμοί αδυνατούν ακόμα και σήμερα, στους τροϊκανούς καιρούς, να σταματήσουν τους πλιατσικολόγους που ξηλώνουν και μοσχοπουλούν την ξυλεία και τις σιδερένιες ράγες του σιδηροδρομικού δικτύου μας εν μία νυκτί. Αλλά, τώρα θα μου πείτε, σε μια χώρα που δεν έχει προορισμό, τι ψάχνω να βρω; Συνεχίζω λοιπόν!

Στις ημερήσιες εκδρομές που σχεδιάσαμε προς Χάγη και Βρυξέλλες επιλέξαμε το τρένο. Δε μετανιώσαμε παρόλο που ήταν λιγάκι αλμυρό το εισιτήριο. Μας αποζημίωσε η διαδρομή με ένα απίστευτα ειδυλλιακό φυσικό τοπίο με τις αγαπημένες αγελάδες –όμοιες με αυτές που απεικονίζονται στο χάρτινο περιτύλιγμα της σοκολάτας γάλακτος- να τρώνε το ιδρωμένο γρασιδάκι σε καλοκουρεμένα απέραντα λιβάδια, με τα άλογα και τα ελάφια να βόσκουν σε μικρές φάρμες. Αγροικίες με φροντισμένους κήπους και αυλές. Κανάλια με ποταμόπλοια να αρμενίζουν ήσυχα τις υδάτινες φλέβες στο σώμα μιας χώρας προικισμένης με φυσικό πλούτο. Εικόνες που σε κάνουν να πιστεύεις ότι δεν είναι αληθινές αλλά καρτ ποστάλ που έχουν ζωντανέψει. Νομίζετε ότι αυτή και μόνο η αίσθηση της φυσικής ομορφιάς είναι λίγη;

Ποδήλατα. Στο Tilburg, μια τυπική επαρχιακή πόλη σαν την Πάτρα χωρίς τα οικοδομικά εκτρώματα των πολυκατοικιών όμως, επίπεδη –ούτε ύψωμα ούτε κατηφόρα- το μέσο μεταφοράς είναι το ποδήλατο. Ποδήλατο για όλους: νέους, παιδιά, φοιτητές, ηλικιωμένους, μανάδες, εργαζόμενους. Από το πρωί ως αργά το βράδυ. Ανεξαρτήτως καιρού κυκλοφορούν μπουλωμένοι με τα κασκόλ, τα καπελάκια και τα γάντια τους με τα ψώνια και τα μπουκέτα τα λουλούδια. Οι πιο θαρραλέοι με το κοντομάνικο απ’ τα χαράματα με ψιλόβροχο και ξεροβόρι. Πολλά από αυτά σπαστά για να τα μεταφέρουν και στο τρένο και βεβαίως σε κόκκινους ποδηλατόδρομους τόσο πλατιούς σαν δρόμοι μονής κατεύθυνσης.

Είδα ένα δυο λεωφορεία, ελάχιστα ταξί και μετρημένα στα δάκτυλα αυτοκίνητα. Δεν άκουσα κορνάρισμα, δεν άκουσα φωνές παράταιρες, δεν άκουσα βρισιές και χειρονομίες. Μια πόλη αθόρυβη, αστραφτερή, με την ποιότητα ζωής να αναδύεται παντού σαν ένα στοίχημα που όλοι οι κάτοικοί της, ντόπιοι και ξένοι, εργάζονται για να το καταφέρουν.

Στο σταθμό του τρένου τα σταθμευμένα ποδήλατα πρέπει να ήταν πάνω από 1000. Η πόλη διαφημίζεται με φωτογραφίες ποδηλάτων. Βάζαμε σημάδι για το δικό μας. Δίπλα το πάρκινγκ αυτοκινήτου είχε ελάχιστα αυτοκίνητα μάλλον γι’ αυτούς που χρησιμοποιούν το τρένο και μένουν μακριά απ’ την πόλη.

Φαγητό. Καλό χωρίς φαντασία όμως. Κάτι τηγανητές πατάτες με μπόλικη μαγιονέζα σερβιρισμένες σε χάρτινο χωνάκι είναι το δικό τους εθνικό σνακ. Τα πιάτα με έμφαση στα ντόπια κρέατα, τα βραστά λουκάνικα και τα μοναδικά κίτρινα τυριά. Όλα αυτά μπορείς να τα γευτείς μέχρι τις 9.30 το βράδυ που σουρουπώνει. Το καλοκαίρι, γιατί το χειμώνα από νωρίς το απόγευμα νυχτώνει και τους χώνει όλους μέσα στα μικροσκοπικά σπιτάκια τους. Νομίζεις ότι μέσα σε αυτά μένουν οι εφτά νάνοι και όχι μια πολυμελής οικογένεια. Κι όμως αν κοιτάξεις, διακριτικά μέσα απ’ τα φωτισμένα παράθυρα θα δεις σε πλήρη ανάπτυξη την οικογένεια. Οι ενήλικες μπροστά στην τηλεόραση, οι έφηβοι στα κομπιούτερ, τα πιτσιρίκια με παιχνίδια πάνω στα στρωμένα με χαλιά δάπεδα και οι περισσότεροι μάλλον οι πιο ηλικιωμένοι με ένα βιβλίο στα χέρια δίπλα στη τζαμαρία.

Αργήσαμε λίγο να καταλάβουμε το ωράριό τους. Αργά το απόγευμα χαζολογάγαμε στις μπυραρίες τους και όταν μας έκοβε λόρδα διαπιστώναμε ότι ο μάγειρας έλυνε την ποδιά του, το μαγαζί κατέβαζε ρολά και οι κουζίνες των εστιατορίων έκλειναν τους φούρνους και τις γκριλιέρες τους. Προς στιγμήν αναζητήσαμε την Ελλαδάρα μας με τα ολονύχτια εστιατόρια και τη ζωή της νύχτας να είναι πιο έντονη από αυτή της ημέρας.

Ποτό. Εδώ δεν υπάρχει μέτρο. Απεριόριστο από το απόγευμα και μετά. Το ποτό είναι η αχίλλειος πτέρνα τους. Ειδικότερα, οι μπύρες τους σε όλα τα χρώματα και όλα τα μεγέθη σε ξετρελαίνουν. Πίνουν σε παρέες, μιλάνε δυνατά, γελάνε, τραγουδάνε μέχρι που ζαλίζονται και αρκετοί από τους άντρες παρεκτρέπονται. Ευτυχώς βρίσκουν εύκολα το δρόμο προς την τουαλέτα του καταστήματος, αλλά δεν γνωρίζω εάν βρίσκουν εύκολα την πόρτα του σπιτιού τους. Οι παμπ, οι μπυραρίες τους φίσκα στη νεολαία.

Καταλάβαμε με το πρώτο τα καφέ με τις πρόσφατα απελευθερωμένες ουσίες. Περνώντας απέξω έβλεπες τον αστυνομικό στην είσοδο, γιατί δεν επιτρέπεται η είσοδος σε νέους –ες κάτω των 17. Τα μέτρα είναι αυστηρά, όχι αστεία. Μια ιδιαίτερη μυρωδιά σου χτυπούσε τα ρουθούνια και σε μένα, την άκαπνη, οι αντένες μου χτυπούσαν ενοχλημένες κόκκινο κάθε φορά, πόσο μάλλον να σκεφτώ τον εαυτό μου μέσα σε εκείνο τον σύγχρονο τεκέ να απολαμβάνει (!) λίγα γραμμάρια πληρωμένης «φεύγα ζωής».

Κοινό με εμάς; Μικροί μεγάλοι καλωδιωμένοι ακούνε μουσική, διαβάζουν εφημερίδα ή ένα βιβλίο και βέβαια καθόλου κοινό με εμάς-, δεν ασχολούνται μαζί σου, δεν πάει να πέσεις ξερός μπροστά στα πόδια τους. Όλα τα πιτσιρίκια με ένα κινητό στο χέρι! Γκατζετάκηδες κι αυτοί στέλνουν όλο mms και sms. Κινητά στην τελευταία λέξη  της μόδας με i pod και οθόνες αφής. Τους  βλέπεις όλους -ες να χαϊδεύουν τις οθόνες να χαζεύουν τις φωτογραφίες των αγαπημένων τους και να τις στέλνουν δώθε κείθε έτσι για να σπρώξουν το χρόνο.

Εικόνες τόσο γνώριμες στην Ελλάδα που δεν είδαμε στην ξένη χώρα:


  • Μαύρους να απλώνουν την πραμάτεια τους, πειρατικά cd και φιρμάτες τσάντες μαϊμούδες, στα πεζοδρόμια και σε δημόσιους χώρους και κανένας να μην τους  μιλάει.
  • Ασιάτες –κινητά περίπτερα να πουλάνε χαζοσυσκευές, καπέλα και ινδικά φορέματα, να σε πλησιάζουν σε απόσταση αναπνοής και να σε ενοχλούν με το «πάρε radio φτηνό είναι», γιατί, βλέπετε, μόνο εδώ στην Ελλάδα- ξέφραγο αμπέλι οι αλλοδαποί σύγχρονοι γυρολόγοι είναι κάτι σαν προστατευμένα από το ίδιο το κράτος κινητά duty free αφορολόγητων άχρηστων ειδών. Αλλιώς δεν εξηγείται γιατί αυτοί δεν υποχρεώνονται να πληρώσουν φόρους όπως εμείς οι άλλοι έρμοι φορολογούμενοι πολίτες.
  • Επαίτες πάσης φύσεως να εκλιπαρούν το περίσσευμά σου με ένα παιδί στην αγκαλιά.


Ούτε έναν σε ολόκληρη την Ολλανδία! Το αντίθετο. Όλοι οι παραπάνω εργάζονταν παντού από οδηγοί τρένων έως σερβιτόροι και υπάλληλοι καταστημάτων.


  • Τηλεξανθιές και πάσης φύσεως περιθωριακοί τύποι στις εκπομπές της δικής τους τηλεόρασης. Φαίνεται αυτό το είδος δεν φύεται εκεί. Απεναντίας είδα με προσοχή τις ειδήσεις τους –μόνο τα γεγονότα με σειρά σπουδαιότητας –πρώτα ο θηλυκός τυφώνας- στις ΗΠΑ και ύστερα οι τιμές του γάλακτος στην Ολλανδία. Για την οικονομική κρίση, κουβέντα! Ειδήσεις χωρίς πολλά σχόλια και άφαντα παράθυρα με τους δικούς μας τηλεειδήμονες, αρκετές μεταγλωττισμένες αμερικάνικες σειρές για όλη τη  οικογένεια και ατελείωτα παιδικά καρτούν.
  • Αστυνομία πουθενά. Έναν αστυνομικό με ποδήλατο στη Χάγη κι αυτό ήταν.
  • Σκουπιδοντενεκέδες μόνο στις πίσω αυλές των σπιτιών τους. Τα σκουπίδια εξαφανίζονταν πριν ακόμα πέσουν από μηχανοκίνητες σκούπες του δήμου. Τα περισσότερα τα άφηναν οι μεθυσμένοι έξω από τα ποτάδικα. Αφισοκόλληση, γκράφιτι και οποιαδήποτε βεβήλωση οργισμένου νέου σε δημόσιο οίκημα ούτε για ζήτω, πόσο μάλλον στους χώρους του πανεπιστημίου που περικλείονταν με ιερότητα από δάσος και χώρους αναψυχής!


Να κλείσω το κείμενο με τις εντυπώσεις μου. Όλα ωραία και αθώα σίγουρα δεν ήταν, αλλά αφού είναι τόσο παραδεισένια εκεί, γιατί αυξάνεται ο αλκοολισμός στους νέους, η κατάθλιψη και οι ψυχικές ασθένειες στους ηλικιωμένους, θα μου πείτε. Αλλά και ποιος από εσάς μπορεί να μου πει γιατί εκεί δεν φοβήθηκα ούτε μια στιγμή; Γιατί ένιωθα ότι το κράτος είναι παντού χωρίς να το βλέπω μπροστά μου; Τι είδους ασφάλεια είναι αυτή που νιώθεις αν και ξένη χώρα;

Κάθε φορά που βγαίνω στο εξωτερικό γυρίζω θυμωμένη. Αρχικά αποτοξινώνομαι από την Ελλαδάρα και τις παρενέργειες που έχει κανείς ζώντας στη αλλοπρόσαλλη χώρα μας κι απ’ την άλλη τα βάζω με τον εαυτό μου που προσαρμόζομαι αμέσως μόλις γυρίζω πίσω, που ξεχνάω το φυσικό τοπίο της γνώριμης πια Ευρώπης κι αφήνομαι να με ντομπάρει ο ήλιος, η μικρή μου βρόμικη παρατημένη πόλη, να με αποκοιμίσει η ζωή –τραγέλαφος σε αυτή τη χώρα. Ίσως, γιατί δεν έχω άλλη επιλογή, γι’ αυτό, μου απαντώ.

Πάντως τις μπαταρίες μας τις γεμίσαμε οικογενειακώς. Πώς αλλιώς θα περάσουμε το χειμώνα, με ρωτάτε;

Οι αναμνήσεις από την επίσκεψή μας θα είναι μιας πρώτης τάξεως καύσιμη ύλη για τις μελαγχολικές ώρες, που υποψιάζομαι ότι θα είναι πολλές το φετινό χειμώνα.      

Αύγουστος 2011

                                

Блог http://webekm.com/ и още нещо.

Full premium theme for CMS

Bookmaker bet365 The best odds.