Οι Λαζαρίνες

Μια παρέα μικρών κοριτσιών εμφανίστηκε στη δημοσιά. Κρατούσαν ψάθινα καλαθάκια στα χέρια, στολισμένα με λουλούδια. Όλα τα κορίτσια ήσαν πιασμένα αγκαζέ και τραγουδούσαν.

-Φοράνε τις παραδοσιακές στολές του τόπου τους και είναι πολύ όμορφες με τα μαντίλια στους ώμους, τις καμάρωσε ο λαγός.

-Αυτές είναι οι Λαζαρίνες! Ανακοίνωσε η Πουά η πασχαλίτσα.

- Οι Λαζαρίνες;

-Κοίτα, Τρεχάλα, μερικές έχουν κορδέλες στα μαλλιά. Μοιάζουν με τις κόρες της άνοιξης, είπε με θαυμασμό η Πουά, καθώς έβλεπε τα κορίτσια να κατηφορίζουν στο δρόμο και τα μαλλιά τους να πετάνε σαν πλουμιστοί χαρταετοί.

- Θέλω να πάω μαζί τους, απαίτησε ο λαγός, τώρα είναι η σειρά μου να πω κι εγώ τα κάλαντα!

-Δεν επιτρέπεται να πάνε μαζί τους αγόρια, του φώναξε η Πουά.

Μάταια όμως. Ο λαγός είχε γίνει άφαντος. Μια και δυο, με δυο τρεις πήδουλους εμφανίστηκε μπροστά στα κορίτσια και τους είπε με θαρραλέα φωνή:

-Καλημέρα, Λαζαρίνες, θέλω να πω τα κάλαντα μαζί σας.

-Ποιος είσαι εσύ;

-Από πού ξεφύτρωσες;

-Ουάου! Ένας λαγός; Τι θέλεις από μας;

Τον βομβάρδισαν με ερωτήσεις οι Λαζαρίνες.

-Είμαι ο Τρεχάλας ο λαγός και θέλω να μάθω ό,τι έχει σχέση με την άνοιξη. Τα κάλαντα που λέτε μυρίζουν άνοιξη.

-Μα μόνο κορίτσια λένε αυτά τα κάλαντα. Εσύ, ένας λαγός, πώς θα τραγουδήσεις μαζί μας την άνοιξη;

-Κάντε μου τη χάρη! Τις παρακάλεσε ο Τρεχάλας και έπεσε στα πόδια τους.

-Πήδα μέσα στο καλάθι μου. Είναι άδειο ακόμα, είπε η μεγαλύτερη και ανέλαβε να κρύψει το λαγό.

Δεν ήθελε άλλη παρότρυνση ο Τρεχάλας και τσουπ πήδησε μέσα στο καλάθι. Κουκουλώθηκε με τα λουλούδια και περίμενε τη συνέχεια. Οι Λαζαρίνες χτύπησαν την πόρτα ενός σπιτιού, τραγουδώντας:

«Ανοίξετε και λάμψετε

να μπουν οι Λαζαρίνες»

Η πόρτα του σπιτιού άνοιξε διάπλατα και οι νοικοκυραίοι τις υποδέχτηκαν με ανοικτές αγκάλες. Έδωσαν σε κάθε μια Λαζαρίνα από ένα ζυμωτό ψημένο λαζαράκι, που αντί για ματάκια είχε δυο μοσχοκάρφια μπηγμένα στο μπισκοτένιο πρόσωπό του και αντί για στοματάκι μια σταφίδα. Τα χεράκια του ήταν πλεγμένα κοτσίδα, που κύκλωνε το στρουμπουλό σώμα του και σταύρωνε στο μπροστινό μέρος, εκεί που ήταν η κοιλιά.

Το κορίτσι, που κρατούσε το καλάθι με το λαγό, ζήτησε ένα ακόμα για τη μικρή της αδελφή που ήταν άρρωστη. Η νοικοκυρά της είπε:

-Μετά χαράς! Και της έχωσε ένα ακόμα αφράτο λαζαράκι στο καλάθι, ακριβώς πάνω απ’ το κεφάλι του Τρεχάλα. Του λαγού άρχισαν να του πέφτουν τα σάλια, αλλά επειδή δεν ήθελε να καταχραστεί τη φιλοξενία των κοριτσιών και να αρχίσει να μασουλάει, συγκρατήθηκε.

Τα κορίτσια έφυγαν από το σπίτι για άλλη γειτονιά, τραγουδώντας περιπαιχτικά μια ευχή:

«Πάει και τούτη η γειτονιά

τίποτα δε μ’ άρεσε

μόνο ο κήπος μ’ άρεσε

πού ‘σπερνα βασιλικό»

-Μωρ’ συ, έσπερνες το βασιλικό κι εγώ θέλω να φάω το μπισκότοοοο! σιγομουρμούριζε ο Τρεχάλας και καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα μέσα στο λουλουδένιο στρώμα. Πάνω απ’ το κεφάλι του είχε στρογγυλοκάτσει ο πιο γλυκός πειρασμός του κόσμου!

-Σώπα, κάνε υπομονή! Του ψιθύρισε το κορίτσι, σκύβοντας πάνω στο καλάθι. Για σένα προορίζεται το λαζαράκι, ησύχασε.

-Είπε ψέματα για χάρη μου! κορδώθηκε ο λαγός.

Οι λαζαρίνες είπαν τα κάλαντα σχεδόν σε όλα τα σπίτια. Τα καλάθια τους γέμισαν λαζαράκια, βραστά αλλά και άβραστα αυγά και χρήματα, πολλά χρήματα. Ήταν σούρουπο όταν έφτασαν στον περίβολο της εκκλησίας.

-Αν δεν φάω τώρα μια μπουκιά, θα λιποθυμήσω εδώ έξω από την εκκλησιά, μπροστά στα μάτια σας, είπε ο λαγός όρθιος μέσα στο καλάθι  και χραπ δίνει μια και τρώει το ένα χεράκι του μπισκότου.

-Χμμ! Νιαμ νιαμ! Μυρίζει γαρίφαλο. Έχει γεύση βανίλια, είπε με γεμάτο στόμα.

-Να δοκιμάσω κι εγώ; Δεν άντεξε άλλο η Πουά και άρπαξε ένα ψιχουλάκι με τα μπροστινά της ποδαράκια.

-Νιαμ νιαμ! Πολύ νόστιμο! Είπαν και οι τρεις μασουλώντας και απολαμβάνοντας τη γεύση του.

-Είναι και γλυκό, είπε η Πουά, που έγλυφε και τις κεραίες της.

-Δεν πιστεύω να μην είναι νηστίσιμο, γιατί η Σάρα η Σαρακοστή θα μας μαλώσει, είπε ο λαγός. Από αυτή έμαθα τι πάει να πει νηστεία. Εγώ δεν έχω πρόβλημα, γιατί είμαι έτσι κι αλλιώς φυτοφάγος, αλλά η φίλη μου η Πουά, που είναι σαρκοφάγα, θα έχει πρόβλημα για λίγες ακόμα ημέρες.

-Τι λες, ψεματούρη; Εγώ αντέχω τη νηστεία. Δεν κάνω ζαβολιές. Το Πάσχα είναι ιερό, είπε σοβαρά η Πουά.

Μέσα σε γέλια και σε χαρές, ακριβώς έξω από τη στολισμένη με φοινικόκλαδα εκκλησία, οι Λαζαρίνες σηκώθηκαν, πιάστηκαν χέρι χέρι και άρχισαν να τραγουδάνε τα κάλαντα του Λαζάρου:

«Ήρθε ο Λάζαρος,

ήρθαν τα βάγια,

ήρθε η Κυριακή

που τρων τα ψάρια»

Κόσμος μαζεύτηκε από όλο το χωριό να τις χειροκροτήσει. Εκείνες με δυνατή φωνή συνέχισαν να τραγουδούν πιασμένες σε κυκλικό χορό:

«Σήκωσε, Λάζαρε, και μην κοιμάσαι

ήρθε η μάνα σου από την πόλη

σού ‘φερε χαρτί και κομπολόι»

Σιγά σιγά ο κύκλος άνοιξε και η πολύχρωμη παρέα των κοριτσιών σκόρπισε με γέλια και φωνές σε όλους τους κήπους του χωριού να πάρουν τη βάιση. Οι μεγάλες γυναίκες που έμειναν, τραγουδούσαν για να ξεπροβοδίσουν τις Λαζαρίνες:

«Βάιες μου βαγίτσες μου,

Πού πάτε, χαμηλώσετε,

Για να σας παρν’ οι όμορφες,

Για να σας βάλν’ στον κόρφο τους».

-Μα πού πάνε; Έκανε με παράπονο ο λαγός, φεύγουν;

-Όχι, πάνε να μαζέψουν τα βάγια από τα βαγιόδεντρα πριν βραδιάσει.

-Τι τα θέλουν τα βάγια;

-Με τα βάγια θα γεμίσουν τις κανίστρες, γιατί αύριο είναι η Κυριακή των Βαΐων. Μεγάλη γιορτή, είπε η Πουά και συνήθως οι χριστιανοί τρώνε ψάρι που το μαγειρεύουν με βάγια.

- Για να σας παρν’ οι όμορφες, τραγουδούσε μαζί με τις ηλικιωμένες γυναίκες ο λαγός. «Όμορφες θα ‘ναι οι Λαζαρίνες», σκέφτηκε.

-Χμ! μού ‘γινες και τραγουδιστής τώρα; Τον πείραξε η Πουά.

-Είμαι πολύ χαρούμενος, Πουά, που βρίσκομαι ανάμεσα στους ανθρώπους τέτοια εποχή!

-Το ξέρω, Τρεχάλα, γι’ αυτό σου υποσχέθηκα αυτό το ταξίδι. Η άνοιξη είναι η καλύτερη δασκάλα.

-Σε ευχαριστώ, Πουά, για όσα μου χαρίζεις, της είπε για πρώτη φορά φανερά συγκινημένος ο λαγός.

-Μόνος σου κερδίζεις τη γνώση, φίλε μου. Καταφέρνεις και κάνεις τις απλές πληροφορίες γνώση. Αυτή και μόνο η ικανότητά σου θα σε κάνει καλό βασιλιά, Τρεχάλα.

-Λες; Την κοίταξε με αμφιβολία.

-Με κάνεις περήφανη, σου λέω!

-Θα σε κάνω συμβουλάτορά μου αν γίνω βασιλιάς, είπε ο λαγός με ενθουσιασμό, σε διορίζω αμέσως.

-Καλά θα δούμε μέχρι τότε. Μην το παίρνεις και απάνω σου, γέλασε η Πουά.

Ο ήλιος έδυε πίσω απ’ τα βουνά με μεγαλοπρέπεια. Αργά αργά έσβηνε το πορφυρό φως απ’ το λυχνάρι του.

 

Απόσπασμα από το αδημοσίευτο πασχαλινό παραμύθι «Ο Τρεχάλας»

Блог http://webekm.com/ и още нещо.

Full premium theme for CMS

Bookmaker bet365 The best odds.