Ημερολόγιο Γ.Λ.Σ. 2004

«Πετραδάκι πετραδάκι»


Κρυβόμουν εκεί για το φτου ξελευθερία. Στην κοιλιά του τεράστιου μηχανήματος. Μέσο ψυχαγωγίας των πελατών στην ψαροταβέρνα μας ένα juke- box. Κατακόκκινο. Αστραφτερό. Με μικρά τακτοποιημένα δισκάκια στο εσωτερικό του. Με έναν βραχίονα που τα άρπαζε, τα έβαζε σε ένα πλατό και η μουσική ξεχυνόταν από παντού. Κι όλα αυτά με μια δραχμούλα που έβαζαν στη σχισμή οι πελάτες για να ακούσουν τα σουξέ της εποχής.

«Πετραδάκι-πετραδάκι για τα σένα το ’χτισα της αγάπης το τσαρδάκι» ήταν ένα τραγούδι που ακουγόταν ανελλιπώς κάθε βράδυ. Ο συγκεκριμένος πελάτης, ένας πανύψηλος οικοδόμος που εργαζόταν στην ανέγερση ενός ξενοδοχείου, τάιζε το μηχάνημα με ουκ ολίγες δραχμούλες. Το εν λόγω άσμα ακουγόταν πολλάκις τη βραδιά. Τόσο που οι άλλοι πελάτες παραπονούνταν. Τόσο που  όταν έπεφτα να κοιμηθώ οι στίχοι του βούιζαν σαν μέλισσες πάνω απ’ το μαξιλάρι μου. Κι αυτός να κάθεται στο τραπέζι με την καράφα το ούζο μπροστά του, το ανέγγιχτο μεζεδάκι του και να σιγομουρμουρίζει: «Τα ψηλά τα σκαλοπάτια όσες τ’ ανεβήκανε βρήκαν πλούτη, μεγαλεία, μα καρδιά δε βρήκανε». Τον παρατηρούσα από την κοιλιά του θεριού, μέσα απ’ τα καλώδια και τις λυχνίες ενώ οι νότες και οι δραχμές που έπεφταν μου γαργαλούσαν τ’ αυτιά. Ώσπου να με ανακαλύψουν οι φίλοι μου, θαύμαζα την επιμονή και την προσήλωση που επιδείκνυε σε αυτό το τραγούδι. 

Ένα  βράδυ αφού άκουσε βουρκωμένος για πολλοστή φορά το τραγούδι, «Φλόγες άναψα ένα βράδυ, το τσαρδάκι το ’καψα», έπεσε πάνω στο τραπέζι δίπλα στη μπουκάλα και αναλύθηκε σε λυγμούς. Απόρησα γι’ αυτόν τον άντρα που έκλαιγε μέσα στο ασφυκτικά γεμάτο μαγαζί χωρίς να ντρέπεται. Από ψιθύρους των υπολοίπων έπιασα ότι η γυναίκα του είχε φύγει με τον ξάδελφό του ναυτικό στην Αμερική. Από εκείνο το βράδυ δεν τον ξαναείδαμε. Ήταν αρχές του εβδομήντα.

Τότε δεν κατάλαβα τι πάει να πει πόνος και πως μπορεί ένα τραγούδι να κάνει οδυνηρότερο τον πόνο και επιτακτικότερη την εκδίκηση. Στις εφημερίδες διαβάσαμε  ότι το πτώμα του ναυτικού βρέθηκε ξεβρασμένο κάπου στο Μπρίντεζι. Χρόνια μετά ένας περίεργος γερασμένος πανύψηλος άντρας, που κάτι μου θύμιζε,  τριγυρνούσε επαίτης στο χωριό μας με ένα τρανζιστοράκι κολλημένο στο αυτί που έπαιζε μόνο λαϊκά. Έμενε σε μια αυτοσχέδια καλύβα σε μια απόμερη παραλία και ατένιζε τη θάλασσα. Το συγκεκριμένο τραγούδι  χαράχτηκε μέσα μου με την πικρή γεύση του εφιάλτη. Πολύ αργότερα έμαθα τους συντελεστές του, τον Μιχάλη Μενιδιάτη, τον Απόστολο Καλδάρα και την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου.

Το juke-box το δώσαμε σκουριασμένο και ταλαιπωρημένο σε έναν περαστικό ατσίγγανο παλιατζή που το φόρτωσε μαζί με ένα κιβώτιο δισκάκια πάνω σε σωρούς από χαλασμένες καρέκλες, κρεβάτια και ξύλινες σκοροφαγωμένες σκάφες. Μόλις είχε σκαρίσει ο 21ος αιώνας και άπονα ξεφορτωνόμαστε τα αντικείμενα των αναμνήσεων.

Χορεύω το Ζεϊμπέκικο της Ευτυχίας με πάθος και μόνο τώρα που βαδίζω την τέταρτη δεκαετία της ζωής μου καταλαβαίνω τι σημαίνει να ταυτίζεσαι με ένα τραγούδι. Μόνο τώρα συνειδητοποιώ τη δύναμή του να κινεί τα βήματά σου στο ρυθμό της ευτυχίας ή να παρασαλεύει το  λογικό σου στο ρυθμό της δυστυχίας.
Αναστασία Ευσταθίου  

 

 

Блог http://webekm.com/ и още нещо.

Full premium theme for CMS

Bookmaker bet365 The best odds.