Βιβλιοκριτική Μουτζουρέλη 2008

ΠΛΑΤΑΝΟΣ ΑΝΩ ΠΟΤΑΜΙΑ ΤΣΙΒΛΟΣ τ. ΔΗΜΟΥ ΚΡΑΘΙΔΟΣ Ο ΤΟΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ 

Του Σωτήριου Μουτζουρέλη


 
Τι να γράψει κανείς για το άρωμα που εκπέμπει ένα βιβλίο στον αναγνώστη; Ποια ατμόσφαιρα κατορθώνει να δημιουργήσει ο συγγραφέας σε αυτόν που διαβάζει; Πόσο εύστοχα ξετυλίγει την ιστορία ενός μικρού χωριού του τέως Δήμου Κραθίδος και ποια αισθήματα γεννιούνται από την επαφή του αναγνώστη με το βιβλίο; Αυτές ήταν οι πρώτες μου σκέψεις όταν ο δημιουργός του, ο δάσκαλο ς Σωτήρης Μουτζουρέλης, μου έφερε τα χειρόγραφα για να τα κοιτάξω από τυχόν τυπογραφικές παραβλέψεις και ευγενικά μου ζήτησε να παρουσιάσω το πόνημά του.

Πραγματικά δεν ήξερα για τι να γράψω. Για το άρωμα του τόπου ή για το άρωμα της ψυχής του συγγραφέα; Τόσο διάχυτα και τα δυο στις σελίδες του βιβλίου, με τόση ομορφιά σμιλευμένα, που, στ’ αλήθεια, βρέθηκα σε δύσκολη θέση. Γιατί η οσμή που αναδύει αυτό το βιβλίο είναι η ευωδιά της πατρώας γης και ό,τι όμορφο αυτή κουβαλά μαζί της στο πέρασμα του χρόνου. Η πατρώα γη με τη ζεστή πάχνη της μνήμης, που επικάθεται στο γκρίζο τοπίο όλων μας. Κι εγώ, βέβαια, σαν Πλατανιώτισσα, όπου τα ριζώματά μου αναζήτησαν νερό από αυτόν τον ευλογημένο τόπο, καθώς παππούδες έζησαν και συγγενείς συνεχίζουν να ζουν σε αυτό το πανέμορφο μπαλκόνι,  που επιθεωρεί τον Κορινθιακό σα βιγλάτορας αλλοτινής εποχής. Με αυτήν την ιερή πάχνη πορεύομαι ακόμα.

Γι’  αυτό, εξάλλου, το μπαλκόνι, γι’ αυτή την αετοφωλιά της αιγιαλίτιδας γης μίλησε και η Κική Δημουλά με ιδιαίτερα ζεστά λόγια σε εκδήλωση προς τιμήν της στο Αίγιο πριν δυο χρόνια. Κι έρχεται τώρα ο δάσκαλος του χωριού να το υμνήσει με λόγια καρδιάς, με χρώματα κι αρώματα τυπωμένα στο χαρτί.

Δέχομαι εξαρχής το βιβλίο ως μυσταγωγία, ως βάφτισμα ήθους. Ως βάφτισμα του Καλού ενάντια στο Κακό που ελλοχεύει παντού. Η πραγματική βέβαια μυσταγωγία είναι αυτή που αλυσοδένει τον αναγνώστη με το συγγραφέα από τη στιγμή που ο πρώτος ανοίγει το βιβλίο. Μια μυσταγωγία που καταργεί το χρόνο και αρχίζει να μετρά από το σημείο μηδέν. Είναι ακριβώς οι στιγμές εκείνες που ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός της αγωνίας του συγγραφέα. Μύστης της μαγείας ενός κόσμου που αναπαρίσταται με χειρουργική ακρίβεια στις σελίδες του.

Της αγάπης και του δέους του για τον Πλάτανο που χάνεται, για τον Πλάτανο που παλεύει να τα βγάλει πέρα με τη λιγοστή νεολαία του τους δύσκολους χειμώνες, τους αειθαλείς ηλικιωμένους του, τα παιδιά του που μετοίκησαν σαν ταξιδιάρικα πουλιά στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.

Ο συγγραφέας αναδημιουργεί το τοπίο. Μόνο η βαθιά αγάπη του για αυτόν τον τόπο θα μπορούσε να οδηγήσει  στο ξαναγέννημά του, στο αναπλάσιμό του πάνω στο χαρτί και στη μετέπειτα ανάστασή του μέσα μας. Παρόλο, που δεν είναι γέννημα και θρέμμα του Πλατάνου, βρέθηκε σε αυτόν τον τόπο με τη παντιέρα του νησιώτη, ρίζωσε δημιουργώντας οικογένεια, δουλεύοντας στο μονοθέσιο, τότε, σχολείο του χωριού. Πρότυπο δασκάλου για μένα που ονειρευόμουν να γίνω κι εγώ παιδαγωγός. Το είδε να φθίνει χρόνο με το χρόνο, να σβήνουν οι χαρούμενες φωνές των παιδιών. Δούλεψε σα διευθυντής στο γειτονικό Διακοφτό αλλά ο νους του και η έννοια του ήταν πάντα στον Πλάτανο.
Αυτό το αίσθημα το πατρικό, το φιλόστοργο, το προστατευτικό, αν θέλετε, διατρέχει κάθε αράδα του βιβλίου. Μοιάζει σα χάδι η επιλογή της κάθε λέξης, τέλεια βαλμένης στη θέση της. Θαρρείς και κάθε λέξη παίζει έναν επιτελικό ρόλο στη ροή του κειμένου. 

Ο Μουτζουρέλης είναι αυτό που γράφει. Δρα εδώ, συμμετέχει, νοιάζεται για την εκκλησία, παλιότερα για το Σύλλογο, για την κοινότητα, το Συνεταιρισμό, για την Ποταμιά, το αγαπημένο καταφύγιο του καλοκαιριού και των Σαββατοκύριακων για πολλούς από εμάς. Αρθρογραφεί στον τοπικό τύπο, πάντα με εύστοχες παρατηρήσεις, γεμάτες ευγένεια και κάλλος ψυχής. Αρετές που δείχνουν έναν άνθρωπο που ματώνει καθημερινά αντικρίζοντας το «γκρίζο» τοπίο γύρω του.

Ο Μουτζουρέλης κι ο Πλάτανος. Και αντίστροφα. Ο Πλάτανος  κι ο Μουτζουρέλης. Μια σχέση αδήριτη. Οδυνηρή και συνάμα παραγωγική για το δημιουργό. Μια σχέση ανατροφοδότησης όπου ισότιμα τα μέλη της δίνουν και παίρνουν. Ο συγγραφέας χωρίς τυμπανοκρουσίες παίρνει εικόνες, με παραδειγματική σεμνότητα αιχμαλωτίζει στιγμές της ζωής που πέρασαν και τις επιστρέφει πίσω μεταλλαγμένες, βουτηγμένες στο κάλλος της ψυχής του, ακόμα πιο όμορφες πιο  ιδανικές. Πασχίζει σαν άλλος ζωγράφος να χρωματίσει, να ξορκίσει  το γκρίζο. Δανείζεται το αυθεντικό χρώμα της παράδοσης, τη ζωηρή ώχρα του κοινωνικού ιστού, το πορφυρό των ανθρώπων για να φτιάξει τους λεκτικούς του πίνακες. Γιατί έτσι φαντάζουν στα μάτια του συγγραφέα οι εικόνες του τόπου του. Αντιφεγγίζουν το φως της πλάσης βαθιά μες στην ψυχή του. Έτσι που ο αναγνώστης δεν αναγνωρίζει πια το εξωτερικό κάλλος του χωροχρόνου του Πλατάνου από το εσωτερικό, το βαθύτερο αντικαθρέφτισμά του στην ψυχή του συγγραφέα. Πραότητα, ηπιότητα, αίσθημα δικαιοσύνης. Καλοσύνη σε όλο της το μεγαλείο και αφειδώλευτη κατάθεση ψυχής. Εδώ ας προσέξει ο αναγνώστης. Δεν είναι οι αρετές του ανθρώπου είναι οι ίδιες οι αρετές του βιβλίου. Το δημιούργημα ξεπέρασε το δημιουργό του. Μια αληθινή ευωχία γεύσεων, μια αληθινή μελωδία χρωμάτων.      

Κάθε φορά που του ζητούσα πληροφοριακό υλικό που να σχετίζεται με τον πολιτισμό και το θέατρο του Πλατάνου, διαπίστωνα με πόση επιμέλεια, πόση αγάπη και φροντίδα είχε συγκεντρώσει ιστορικά στοιχεία για τη φυσιογνωμία ετούτου του τόπου. Ο κόπος από την έρευνα μιας ζωής συγκεντρωμένος σε ένα φάκελο με σημειώσεις και υποσημειώσεις.
Σήμερα, αντικρίζω με χαρά μου όλα αυτά τα έγγραφα της κοινότητας Πλατάνου, της εκκλησίας, της λίμνης και του Υ.Η.Σ. Τσιβλού να μετουσιώνονται και να μετασχηματίζονται, παίρνοντας ολοκληρωμένη μορφή σε αυτό το πόνημα. Θαρρείς και τους εμφύσησε ψυχή κι όλα αυτά τα άψυχα χαρτιά, οι προσωπικές μαρτυρίες των Πλαταναίων, οι απρόσωποι αριθμοί για τον πληθυσμό, τις χρονολογίες αλλά και τις σημαντικές ημερομηνίες που σημάδεψαν την ιστορία του τόπου, ως ανεκτίμητες ψηφίδες, τώρα, βρίσκουν τη θέση τους στο βυζαντινό ψηφιδωτό του βιβλίου. Γιατί μόνο ένας καλλιτέχνης θα έδινε τόση έμφαση στη λεπτομέρεια, θα έδειχνε τόση εμμονή στην επεξεργασία της γλώσσας, τόση λεπτοδουλειά με το νυστέρι της πένας του και τόσο μεράκι στην αποτύπωση της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας του τόπου.

Αυτό το βιβλίο δεν αποτελεί μια απλή καταγραφή γεγονότων, προσώπων και τοπωνύμιων. Είναι, πρωτίστως, μια κατάθεση ψυχής ενός ανθρώπου που έζησε, δημιούργησε, βοήθησε ως ενεργό μέλος αυτό τον τόπο να κρατήσει τα σκήπτρα του μεγαλείου του.  Δεν θα ήταν υπερβολή να πω ότι ο συγγραφέας αγάπησε αυτόν τον τόπο πιο πολύ και από τους ντόπιους έτσι που με αυτό το πόνημα να θέλει να σταματήσει το χρόνο να περνά αδυσώπητος πάνω απ’ το χωριό σαν άλλο αρπακτικό μαυροφτέρουγο όρνεο. Μετανάστευση, φτώχεια, εγκατάλειψη της υπαίθρου, πυρκαγιές. Με αυτό το βιβλίο ο Σωτήρης Μουτζουρέλης σαν άλλος ιερέας προσφέρει στο χρόνο αντίδωρο μη-λήθης. Αλλά και στους ανθρώπους του, ό,τι εκφράζει το μικρό, το επαρχιακό και το ουσιαστικά ανθρώπινο και αληθινό.   

Η μικρή κλειστή κοινωνία του Πλατάνου με τους χαρακτηριστικούς τύπους της «ζωντανεύει» στις σελίδες. Δε χρειάζεται να είναι κανείς πολύ ονειροπόλος για να δει μπροστά του να παρελαύνουν άνθρωποι που σφράγισαν την ιστορία του τόπου. Να συνομιλούν μαζί του, να λένε εκείνα τα αστεία, με εκείνη τη χαρακτηριστική φωνή με εκείνα τα αξιαγάπητα κουσούρια που τα κάνει ο χρόνος που περνά ακόμα πιο πολύτιμα στη μνήμη και σε αυτό που λέμε «όσα ζήσαμε με αυτούς τους ανθρώπους».
Δεν ξέρω, γιατί, αλλά διαβάζοντας το βιβλίο αντιπάλευαν μέσα μου ανάμικτα συναισθήματα. Θυμήθηκα, έμαθα, γέλασα και έκλαψα για το παρελθόν του χωριού, κρυφάκουσα τις μαρτυρίες των ανθρώπων του. Μα πάνω απ’ όλα, αισθάνθηκα μιαν απέραντη τρυφερότητα και για ό,τι έφυγε και μια στυφή γεύση στο στόμα  για ό,τι με δυσκολία για το μέλλον έρχεται.
Η αίσθηση από την περιγραφή των ανθρώπινων χαρακτήρων θυμίζει Παπαδιαμάντη. Η ματιά και του δικού μας συγγραφέα είναι στοχαστική, προβληματισμένη. Είναι ηθογραφική. Εντύπωση προκαλεί στον αναγνώστη η εικόνα που του αποκαλύπτεται, καλά κρυμμένη στο παλιοκαιρισμένο σήμαντρο της λήθης. Συνάμα ευωδιές αναδύονται από τη χρήση των επιθετικών και επιρρηματικών προσδιορισμών. Πόσο ακριβοδίκαια, πόσο ζυγιασμένα αποδίδει τους χαρακτηρισμούς  σε αυτά τα πρόσωπα, προσδίδοντάς τους μια ανεξίτηλη υφή στη σκέψη και στη θύμησή μας. 

Κρατώντας αυτό το βιβλίο στα χέρια, διαπίστωσα ότι ο συγγραφέας διαθέτει αυτό που θεωρείται ύψιστο αγαθό στην Τέχνη, σύμφωνα με τον Αντρέ Ζιντ: ένα σπάνιο, πολύτιμο μείγμα ευγένειας και βάθους, καλλιτεχνικής πειθαρχίας  και συνάμα δημιουργικής δύναμης. Με αυτό το χάρισμα παραμάσχαλα μας παραδίδει το πόνημά του και μας ωθεί να ταξιδέψουμε στον Πλάτανο του χθες, του σήμερα και του αύριο. Γι’ αυτό το αίσθημα που πλουσιοπάροχα μας χαρίζει ο συγγραφέας τον ευχαριστούμε. Τον ευχαριστούμε που μας καθιστά παρά τη θέλησή του ειρηνοποιούς σε μια ταραγμένη και ευάλωτη από χτυπήματα εποχή.

Σε μια εποχή δυσοσμίας μάς οδηγεί στα μονοπάτια της συνειδητοποίησης της τραγικότητάς μας όχι για να επισκευάσουμε τον τρόπο ζωής μας, όπως αναφέρει στο οπισθόφυλλο, αλλά για να διαβούμε τις στράτες της αδιάκοπης αλλαγής που δίνουν, εντέλει, λαλιά στη λήθη. Σε εκείνα τα μονοπάτια που μας ψιθυρίζουν «Ναι, εμένα με νοιάζει».

Ιανουάριος 2008 
Αναστασία Ευσταθίου  

 

Блог http://webekm.com/ и още нещо.

Full premium theme for CMS

Bookmaker bet365 The best odds.