Ομιλία Περεσιάδη Νοέμβριος 2007

Ομιλία της συγγραφέως εκπαιδευτικού Αναστασίας Ευσταθίου
στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Πατρών (στις 26 - 2 -2007)

 

«Σπυρίδων Περεσιάδης,
ο τυφλός δραματουργός της αχαϊκής γης»


Κυρίες και κύριοι, …
Καλησπέρα σας.
Ευχαριστώ τους ανθρώπους του Τομέα Παιδείας και Πολιτισμού της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας που με συμπεριέλαβαν στον κύκλο των ομιλητών του Αναγνωστηρίου της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Πατρών. Είναι πραγματικά μεγάλη μου τιμή να βρίσκομαι ανάμεσα σε ανθρώπους των Γραμμάτων, του πολιτισμού και απ’ ότι βλέπω του θεάτρου. Ευελπιστώ με την αποψινή μου εισήγηση να ανταποκριθώ στις υψηλού επιπέδου παρουσιάσεις  που πραγματοποιείτε σε αυτόν τον χώρο.

Επέλεξα να μιλήσω απόψε για τον τυφλό δραματουργό και ποιητή της αχαϊκής γης, Σπυρίδωνα Περεσιάδη. Η κοινή καταγωγή μας από την Ανατολική Αιγιάλεια στοιχείο που μας ενώνει. Σα δημιουργός κι εγώ νιώθω το σφιχταγκάλιασμα αόρατων και μυστηριωδών ιστών να με συνδέουν άρρηκτα με το δημιουργό της Γκόλφως. Ιστοί ποτισμένοι στο μελάνι της έμπνευσης που πηγάζει αβίαστα από τούτον τον Αχαιό τόπο, τον ευλογημένο από τη φύση και την αγκαλιά Θεών και ημιθέων. Παρόλο που μας χωρίζει ένας αιώνας περίπου δημιουργίας, όλο αυτόν τον καιρό που ψαχούλευα τη ζωή του στα σεντούκια της μνήμης ανθρώπων αλλά και στις σελίδες βιβλίων, συνειδητοποίησα ότι αυτός ο τόπος μπορεί να εμπνέει, μπορεί να κάνει τις καρδιές να σκιρτούν και να κινητοποιεί την πένα να αφήσει το αποτύπωμά της στο χαρτί.

Θέλοντας να σκιαγραφήσω τον Σπυρίδωνα Περεσιάδη, συνειδητά θα εντάξω το δημιουργό και το έργο του στην τοπογεωγραφία της αχαϊκής γης. Με απασχόλησε όλο αυτόν τον καιρό της μελέτης του αρχείου του, το ιστορικό της πλαίσιο και βέβαια το οικονομικοκοινωνικό συγκείμενο μέσα στο οποίο ο συγγραφέας μεγάλωσε, έχτισε την προσωπικότητά του και δημιούργησε.
Στα αλήθεια, η έρευνα για τον άνθρωπο αυτόν, που σφράγισε με το έργο του το νεοελληνικό θέατρο παράλληλα όμως και την ποίηση, έχει σημειώσει μικρά βήματα. Μπορεί οι μελετητές του έργου του να διαφωνούν για τη χρονολογία γέννησής του, για το αν υπαγόρευε όλα του τα θεατρικά έργα ή αν τα έγραφε με τον δικό του ιδιότυπο τρόπο, όλοι όμως συμφωνούν στο τελευταίο κεφάλαιο της βιογραφίας του. Ο Περεσιάδης άφησε πίσω του έργο σπουδαίο.

Η προσφορά του στα Γράμματα είναι σήμερα αδιαμφισβήτητη κληροδοτώντας μας πλουσιότατο και πολύ σημαντικό συγγραφικό έργο. Βαθιά μέσα μου πιστεύω ότι  θα έρθει ο καιρός που το συγγραφικό του έργο θα αποτιμηθεί καλύτερα μπαίνοντας σε μια άλλη βάση μελέτης. Ο ποιητής θα πάρει τη θέση που επάξια του ανήκει στο χώρο της πνευματικής δημιουργίας. Ο Γρ. Ξενόπουλος σε δημοσίευμα της εφημερίδος «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» (10-1-1920) με το ψευδώνυμο Παληός γράφει: «….Παρευρέθην εις τας πρώτας της «Γκόλφως», «Σκλάβας» και της «Εσμέ της Τουρκοπούλας» του Περεσιάδου. Καθεμία  ήτο και ένας αληθινός θρίαμβος…. Εις το έργον του Περεσιάδου, ευρίσκονται δραματικαί σκηναί τόσο γνήσιαι και πρωτότυπαι ώστε ν’ απορεί κανείς πως ο ποιητής αυτός δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των μεγαλυτέρων δραματικών του αιώνος…».

Μελετώντας την ιστορία της εποχής στο μεταίχμιο του 19ου προς 20ου αιώνα, εντρυφώντας με την περιέργεια του φυσιοδίφη στο αρχείο της οικογένειας Περεσιάδη, που τμήμα της πολύ ευγενικά παραχωρήθηκε στον Πολιτιστικό Σύλλογο «Αναγέννηση», ειλικρινά σας εκμυστηρεύομαι ότι βρέθηκα σε δύσκολη θέση. Πώς να αποκαλέσω τον Σπυρίδωνα Περεσιάδη; Θεατρικό συγγραφέα ή ποιητή; Με ποια ιδιότητα απ’ όλες να τον προσφωνήσω; Του γραμματέα, του δασκάλου, του σκηνοθέτη, του ηθοποιού, του καλλιτέχνη, του δημοσιογράφου, του πνευματικού ανθρώπου, του δραματουργού ή του ποιητή; Με ποια απ’ όλες θα τον θυμόμαστε; Ελπίζω μετά το τέλος της παρουσίασής μου ο κάθε ακροατής  να φύγει από αυτήν εδώ την αίθουσα με τη δική του αίσθηση μα πάνω απ’ όλα με εκείνη την επίγνωση του ότι ο Περεσιάδης ήταν πάνω απ’ όλα ένας γνήσιος πνευματικός δημιουργός.

Ας ξετυλίξουμε λοιπόν το κουβάρι της ζωής του μεταβαίνοντας νοερά και με τη βοήθεια, θέλω να πιστεύω των εικόνων στο ταπεινό χωριό της γέννησής του. Ο Αχαιός δημιουργός γεννήθηκε στο Μεσορρούγι Νωνάκριδας το 1854. Το χωριουδάκι, στο οποίο έκανε τα πρώτα του βήματα δεν αποτελεί τίποτα άλλο από έναν απέριττο οικισμό, μια κεχριμπαρένια χάντρα στο κομπολόι των ορεινών οικισμών που σήμερα ανήκουν στο Δήμο Ακράτας.

Η γενέτειρά του είναι καταχωρημένη στις σελίδες της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας καθώς διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην επανάσταση του 1821. Ανήκει στα Κλουκινοχώρια, ιστορικά χωριά της ορεινής Αχαΐας που σηματοδότησαν την έναρξη του αγώνα και σφράγισαν την προεπαναστατική περίοδο μιας πατρίδας που πασχίζει να αποκτήσει εθνικό πρόσωπο. Οι πρώτες πιστολιές του αγώνα έπεσαν στις Πόρτες Αγριδίου. Οι ιαχές των ανδρειωμένων ακούστηκαν στις πλαγιές του Σόλου, της Περιστέρας και του Μεσορρουγίου δίνοντας το έναυσμα του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα εναντία στην οθωμανική κυριαρχία με κυρίαρχες τις μορφές των οπλαρχηγών Νικόλαου Σολιώτη, Σωτήρη Χαραλάμπη, Γιάννη Παπαδιαμαντόπουλου κ.ά. 
Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα σε αυτό το απαράμιλλου κάλλους τοπίο κατορθώνει να συνδυάσει μια ηρωική εποχή με έντονο τον απόηχο της επανάστασης του 1821, τους θρήνους των άμαχων γυναικόπαιδων που κατακρημνίστηκαν από τις πλαγιές του Χελμού για να γλιτώσουν από το αιμοσταγές σπαθί του Τουρκοαιγύπτιου Ιμπραήμ κατά την προέλασή του στην κεντρική Πελοπόννησο 5 χρόνια μετά την έναρξη της επανάστασης, τους ήχους της μυθολογίας από τη βάπτιση του Αχιλλέα στα Ύδατα Στυγός από τη μητέρα Θέτιδα, τους θρύλους και τη λαϊκή φαντασία για τις νεράιδες, τα αέρινα ξωτικά που μαγεύουν τους περαστικούς καθώς σκύβουν να ξεδιψάσουν στις πηγές του Χελμού, τη μοναδική βαρβαρίτικη τέχνη των σπιτιών που δεσπόζουν στις πλαγιές της Νωνάκριδας και στέκονται γνήσιοι φύλακες μιας τέχνης που χάνεται σήμερα με την επέλαση του απρόσωπου μπετόν.

Αλλά και τα κουδουνίσματα των αιγοπροβάτων, οι γλυκές μελωδίες της φλογέρας που αριστοτεχνικά παίζουν οι τσοπάνηδες καθώς οργώνουν τους πρόποδες του Χελμού με τα ζωντανά τους, το αέναο μουρμουρητό κατέβασμα του Κράθη ποταμού που κουβαλά μαζί του το κουβάρι της ιστορίας τούτου του τόπου προσθέτουν μοναδική ομορφιά στην ατμόσφαιρα. Μια ατμόσφαιρα που περιζώνει τρυφερά και σταθερά σαν αγκαλιά στοργικής μάνας τον Περεσιάδη στα πρώτα του βήματα, δίνοντάς του  τα ακούσματα εκείνα, που θα αποτελέσουν και τις πρώτες ύλες οικοδόμησης της κοσμοθεωρίας του και της αντίληψης του τότε κόσμου στο κέντρο ενός αιώνα, του 19ου, όπου το ελληνικό κράτος παλεύει κι αυτό να ρίξει γερά θεμέλια και να οικοδομηθεί  στο πρότυπο των εθνικών κρατών και να αποκτήσει το δικό του τετράγωνο στην ευρωπαϊκή σκακιέρα.

Σε αυτό το ειδυλλιακό τοπίο, που σφύζει από ζωή, με το μίτο των θρύλων να δένεται ευλαβικά με τη μυθολογία, την ιστορία και τη λαογραφία ανδρώνεται ο μικρός Σπύρος. Συγκεντρώνει υπομονετικά το υλικό της μετέπειτα συγγραφικής του δημιουργίας μέσα σε ένα βαθύ εσωτερικό πηγάδι που αντιλαλεί σαν το κελάρυσμα του νερού τη λαϊκή και προφορική παράδοση αλλά και την ιστορία που του μεταλαμπάδευσαν οι δικοί του άνθρωποι, οι συντοπίτες αρχικά  Μεσορρουγιώτες και μετέπειτα, στα χρόνια της ωριμότητάς του, οι συντοπίτες του Ακρατινοί.

Στην κατάφυτη, λοιπόν, κοιλάδα του Χελμού, με την επιβλητική παρουσία του ορεινού όγκου της αλλοτινής κατοικίας Θεών και ημιθέων, το δέος από τις πύλες του Άδη καθώς το αθάνατο νερό ανηφορίζει από τα υπόγεια Τάρταρα σκορπίζοντας τη μυθική του βουή και αφήνοντας τη  ζεστή ομίχλη της μυθολογίας να πλανάται στους κατοίκους της ορεινής περιοχής νωπή ακόμα στη μνήμη από τις ιστορήσεις των ανθρώπων της οικογένειας αλλά και από τη διδαχή των δασκάλων στις ψηλοτάβανες αίθουσες του σχολειού του Μεσορρουγίου για την αιματοχυσία που προκλήθηκε απ’ το ανηλεές σπαθί του Ιμπραήμ το 1826 στο Σόλο και τα γύρω χωριά και τις ψυχές που χάθηκαν και τα σπίτια που κάηκαν, και με το μοιρολόι να σέρνεται και να πλανιέται ζωντανό ακόμα από πλαγιά σε πλαγιά και από ράχη σε ράχη.

Σε αυτό το πανέμορφο καταπράσινο Κλουκινοχώρι πέρασε τα παιδικά του χρόνια ο ποιητής. Μεγάλωσε σε μια πολυμελή οικογένεια στο πατρικό του σπίτι με τα άλλα τρία αδέλφια του. Πηγαίνει στο ίδιο χωριό Δημοτικό Σχολείο και κατεβαίνει ύστερα στο Σχολαρχείο στην Ακράτα. Μεταβαίνει στα Καλάβρυτα για να δεχτεί τις γυμνασιακές σπουδές και να αποφοιτήσει από το εκεί Γυμνάσιο.

Στα δώδεκά του χρόνια παίζοντας το ομαδικό, δημοφιλές για την εποχή, παιχνίδι «κλίτσικας», με τα παιδιά του χωριού, τραυματίζεται από το αιχμηρό ξύλο και σταδιακά τυφλώνεται από το ένα μάτι. Και σαν να μην έφτανε αυτό, το χτύπημα της μοίρας επανέρχεται αδυσώπητο, λίγα χρόνια αργότερα στα 1879, όπου νεαρός τότε συμμετέχει σε μια θεατρική παράσταση με ερασιτέχνες στην Ακράτα. Το όπλο εκπυρσοκροτεί και θραύσματα καψουλιού λαβώνουν ανεπανόρθωτα και το άλλο του μάτι. Με τα μέσα που διέθεταν οι γιατροί της Αθήνας μάταια προσπάθησαν να επαναφέρουν την όραση του άτυχου 25χρονου νέου, που σταδιακά εξαφανίζεται χωρίς όμως να σβήνει και τις εικόνες μιας ζωής που πάλλεται μέσα από τις ζωντανές παιδικές του μνήμες κι  ενός όμορφου και ήρεμου κόσμου που παλεύει την εποχή εκείνη να κάνει το άλμα στην ανάπτυξη με τα αργά και σταθερά βήματα των φιλεργατικών Αχαιών κατοίκων του.

Ο τραυματικός καταρράκτης θα οδηγήσει το νεαρό σε ολική τύφλωση και θα συγγράψει το σύνολο του έργου του όντας τυφλός. Ο Περεσιάδης θα κρατήσει μέσα του τις εικόνες αυτές σαν φυλαχτό μιας άλλης ανέμελης γεμάτης χρώματα ζωής. Μιας ζωής που πέρασε ανεπιστρεπτί αφήνοντάς τον ένα λαβωμένο πουλί ακριβώς την ώρα του πρώτου πετάγματος, την ώρα που άνοιγε τα φτερά του στον πλατύ πνευματικό ορίζοντα. Από κει κι ύστερα η μοίρα τον δοκιμάζει σε κάθε στιγμή και τον αφήνει να δέρνεται στο αλωνάκι της ζωής. Αντιστάθμισμα στο προσωπικό του  δράμα η μεγάλη και άοκνη προσπάθειά του που σαν ένας άλλος Όμηρος τυφλός δημιουργός «ματώνει» και αναμετριέται με το χαρτί. Φορά στο εξής τα μαύρα στρογγυλά γυαλιά της πραγματικής δύσκολης και απαιτητικής ζωής που του επιβάλλει την αξιοπρεπή επιβίωση.

Σε αυτό το δύσκολο αγώνα της καθημερινότητας, τον συντρέχει η αδελφή του Ασπασία, η οποία και γίνεται φύλακας άγγελός του με αποτέλεσμα να μη δημιουργήσει ποτέ δική της οικογένεια. 
Ο Περεσιάδης ευτύχησε να ανατραφεί σε μια οικογένεια που είχε ανώτερο για την εποχή μορφωτικό επίπεδο καθώς ο πατέρας του Σωτήρης Περεσιάδης ασκεί χρέη δικολάβου στο Ειρηνοδικείο Νωνάκριδας και η μητέρα του Δημητρούλα Κανελλοπούλου είναι αδελφή του σπουδαίου αγιογράφου, λόγιου και πνευματικού ανθρώπου της Ακράτας, Γεωργίου Κανελλόπουλου. Το όνομα της οικογένειας φαίνεται ότι είναι μεταγενέστερο. Ο πατέρας του καταγόταν από την οικογένεια Αναγνωστόπουλου. Μέλη της κατάγονταν από τους Φραντζήδες, σημαντικούς ανθρώπους με την προσωπικότητα του αγωνιστή Αμβρόσιου Φραντζή, πρωτοσύγκελου και ιστορικού της επανάστασης να δεσπόζει. Ήταν αυτός που πήρε υπό την προστασία του τον πατέρα τού συγγραφέα, τον σπούδασε στη Νομική της Αθήνας και τον έγραψε στα δημοτολόγια ως Περετέ, που μετέπειτα έγινε Περεσιάδης.
Στη βιογραφία που εξέδωσε ο συγγενής του συγγραφέα, Ηρακλής Αναγνωστόπουλος  αντιδικώντας κατά κάποιον τρόπο με τον ιστορικό της Ακράτας Τάσο Γεωργαντόπουλο για το ότι οι Ακρατινοί οικειοποιήθηκαν ως πνευματικό τέκνο της Ακράτας το συγγραφέα, αναφέρεται ότι στο πατρικό του σπίτι στο Μεσορρούγι, ο Περεσιάδης έγραψε το «πρώτο δραματικό αριστούργημα τη Γκόλφω» με τη βοήθεια του πατέρα του Τάσου Αναγνωστόπουλου. Η συγγραφή του έργου κράτησε 18 μήνες και από τις πρώτες γραμμές διαφαινόταν ότι το έργο ήταν ένα αριστούργημα. Ο πολιτικός μηχανικός Σπύρος Παπασημακόπουλος, συγγενής του συγγραφέα, αντέγραψε καθαρογράφοντας το έργο. Η Φωτεινή Περεσιάδη, ανιψιά του συγγραφέα και κόρη του αδελφού του, στο συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στην Ακράτα το 2004, αναφέρει ότι ο Κωνσταντίνος Περεσιάδης, γιος του Παναγιώτη Περεσιάδη αδελφού του συγγραφέα και εξαίρετου δημοσιογράφου και αρχισυντάκτη στις αθηναϊκές εφημερίδες, μαζί με τον Γ. Ρουφογάλη αντέγραφαν τα θεατρικά έργα του.

Ωστόσο σε άρθρο του Γρηγορίου Ξενόπουλου, που διέμενε στο διπλανό με το συγγραφέα δωμάτιο οικοτροφείου, αναφέρεται στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στα 1920 ότι: ….Εγνώρισα τον Περεσιάδην την εποχήν των μεγάλων του θριάμβων…  Τυφλός υπαγόρευε δυνατά τους στίχους του εις δυο τρεις νέους οι οποίοι από θαυμασμόν έκαμναν τον γραμματέα χωρίς αμοιβήν. Είχεν αρκετήν ευχαίρειαν και τας περισσοτέρας φοράς ο στίχος του ήρχετο τέλειος... Πάντως όπως και να έχουν τα πράγματα, όσοι συγγενείς και φίλοι κι αν γίνονται αρωγοί στη μεγάλη προσπάθεια του συγγραφέα να δημιουργήσει και να παραδώσει σπουδαίο έργο κάτω από αυτές τις αντίξοες προσωπικές συνθήκες, προσπάθησαν αν μη τι άλλο να τον διευκολύνουν και να του απαλύνουν τον πόνο από την έλλειψη της όρασής του.  Όπως μας πληροφορεί η Φωτεινή Περεσιάδη, ο συγγραφέας είχε εφεύρει το δικό του ιδιότυπο τρόπο γραφής καθώς έγραφε σε λευκές σελίδες χωρίς γραμμές με οδηγό τον αντίχειρά του.

Σπουδαία όμως ψηφίδα στο μωσαϊκό που αναδεικνύει την προσωπικότητά του αποτελεί ο θείος του Γεώργιος Κανελλόπουλος, ο οποίος  θα ασκήσει τις πρώτες επιρροές στο μικρό Σπύρο, που διψά να γνωρίσει και να μάθει τον κόσμο. Το ισχυρό πρότυπο του θείου θα τον σημαδέψει σε αυτή την εύπλαστη περίοδο της ζωής του καθώς ο μέντοράς του είναι μια βαθιά καλλιτεχνική φύση. Αγιογραφεί τον ιερό ναό του Αγίου Χαραλάμπους στην Ακράτα,  ζωγραφίζει, συνθέτει ποιήματα, είναι συλλέκτης ιστορικών εγγράφων, ιστορικός της Ακράτας και διεκδικητής του δημαρχιακού θώκου στις εκλογές του 1891.

Με αυτή τη βαριά πνευματική αρματωσιά ο Περεσιάδης θα συνθέσει τα θεατρικά του έργα και θα κάνει γνωστή την ιστορική και φυσική ομορφιά της Νωνάκριδας σε όλη την Ελλάδα μέσα από τους διαλόγους των πρωταγωνιστών στα θεατρικά του έργα. Στη δεύτερη πατρίδα του, την Ακράτα όπως ακριβοδίκαια του παραχώρησε τη φράση ο Τάσος Γεωργαντόπουλος, δημιούργησε, εμπνεύστηκε από τους τοπικούς χαρακτήρες και τα πολιτικά γεγονότα. Συναναστράφηκε με πνευματικούς ανθρώπους και δραστηριοποιήθηκε ενεργά αφήνοντας το στίγμα του στη μικρή κοινωνία της Ακράτας.

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος αναφέρει στο ίδιο άρθρο του στην Καθημερινή: «….Από τας συγκινητικοτέρας μου αναμνήσεις είναι και οι εμφανίσεις του Περεσιάδου επί σκηνής, όταν εκαλείτο από το ενθουσιώδες ακροατήριον. Διστακτικός, παραπαίων, χειραγωγούμενος, πότε από τους ηθοποιούς, πότε από την αδελφήν του, ο τυφλός ποιητής με τα μαύρα ματογυάλια παρουσιάζετο μιαν στιγμήν εχαιρετούσεν αορίστως προς τον θόρυβον των χειροκροτημάτων και των ανευφημιών κι’ έσπευδε ν’ αποσυρθεί ως να υφίστατο μαρτύριον, το οποίον ήθελε να τελειώσει το συντομότερον. Και δεν ήτο μόνον η τύφλωσις που του έκαμνε τόσον κοπιώδη  αυτήν την εμφάνισιν. ήτο και η μεγάλη του μετριοφροσύνη. Αν και μακρινός ο απόηχος από τότε που ο ποιητής μετακόμισε στη γειτονιά των αγγέλων, εν τούτοις, σύμφωνα με μαρτυρίες των πιο ηλικιωμένων κατοίκων της Ακράτας η εικόνα του Περεσιάδη είναι η εικόνα ενός καλοντυμένου, προσεγμένου, γοητευτικού άνδρα, ενός πραγματικού κύριου, ενός ευγενή που περπατά τα σοκάκια της Ακράτας με μετρημένα βήματα, πάντα στοχαστικός και βυθισμένος στις σκέψεις του. 

Ο Περεσιάδης εργάστηκε σαν Γραμματέας στο Δήμο Νωνάκριδας, ένα Δήμο που τότε έσφυζε από ζωή και εμπορική κίνηση. Λίγο αργότερα τον συναντάμε Γραμματοδιδάσκαλο στο διπλανό χωριό που βρίσκεται στους πρόποδες του Χελμού την Περιστέρα. Ο τραυματισμός του τον έφερε στην Αθήνα όπου συνδύασε τη μάταιη θεραπεία των γιατρών με τη θέση του δικαστικού υπαλλήλου. Μετά το θάνατο της μητέρας του, επιστρέφει με ενέργειες του θείου του Γ. Κανελλόπουλου στον τόπο γέννησής του και οριστικά εγκαθίσταται στην Ακράτα το 1887 σε ηλικία 33 χρονών. 

Ο Περεσιάδης γεννιέται σε μια εποχή που οι Θεσσαλοί και οι Ηπειρώτες έχουν εξεγερθεί και οι Κρητικοί σηκώνουν τα δικά τους επαναστατικά λάβαρα. Βιώνει μια Ελλάδα  που μεγαλώνει και επεκτείνεται  με την προσάρτηση των Επτανήσων, της Θεσσαλίας το 1881 και της Μακεδονίας το 1913. Παράλληλα με την προσάρτηση  εδαφών, η εθνική ολοκλήρωση βρίσκεται στο απόγειό της με τη σταδιακή ενσωμάτωση ελληνικών πληθυσμών στα σύνορα του εθνικού κράτους.

Την εικοσαετία 1875- 1895 η πολιτική φυσιογνωμία του Χαρίλαου Τρικούπη σφραγίζει την πολιτική σκηνή του τόπου και μεταμορφώνει την Ελλάδα με γρήγορους αλλά δυσανάλογους  για τις δυνατότητες της χώρας ρυθμούς ανάπτυξης. Οι κάτοικοι των πόλεων ζουν στους ρυθμούς  μιας έντονης αστικοποίησης  όπου νέα αστικά πρότυπα ζωής και συμπεριφοράς καταφθάνουν από την Ευρώπη ενώ στον αντίποδα οι κάτοικοι της υπαίθρου διατηρούν τα ήθη και τα έθιμα και τις παραδόσεις αιώνων με τον αργόσυρτο παραδοσιακό τρόπο ζωής τους μακριά από τις νέες επιρροές.  Στην ορεινή Νωνάκριδα από όπου ξεκίνησε ο δημιουργός δεν φτάνουν ακόμα οι αστικές συνήθειες και οι κάτοικοι ζουν στους δικούς τους πλεγμένους στο στημόνι των δημοτικών τραγουδιών καημούς.  

Στην Ακράτα, τη μικρή κωμόπολη που  βρίσκεται ανατολικά του νομού Αχαΐας,  στα σύνορα με τη γείτονα Κορινθία, σημειώνεται πλούσια πνευματική κίνηση, πρωτόγνωρη για τα δεδομένα της εποχής. Οι λόγοι, κυρίως οικονομικοκοινωνικοί, θα συνθέσουν το φυσιογνωμικό μωσαϊκό αυτού του ευλογημένου τόπου, όπου η ιστορία του αν και σχετικά πρόσφατη, συμμαχεί με τη σταδιακή οικονομική ανάπτυξή του που διαμορφώνεται δειλά δειλά μόλις από τα τέλη του 18ου έως τη χαραυγή του 20ου αιώνα που δραστηριοποιείται ο Περεσιάδης. 

Είναι ένας τόπος που οι φιλεργατικοί κάτοικοί του, λίγο μετά την κάθοδό τους από τα ορεινά Κλουκινοχώρια κατά τη διάρκεια των ετών 1785- 1790, απαλλαγμένοι από το φόβο των πειρατών και των Τούρκων κατακτητών, χτίζουν τα πρώτα χαλκιανιώτικα καλύβια, οικισμούς που αποτελούν αρχικά χειμερινές κατοικίες. Οι Χαλκιάνοι, οι πρώτοι κάτοικοι της Ακράτας δούλεψαν σκληρά τη γη, μόχθησαν για να κάνουν ευνοϊκότερη την εγκατάστασή τους, με αποτέλεσμα το ρίζωμα στη νέα πατρίδα να συντελεστεί αργά και σταθερά πάνω σε γερά θεμέλια. Κυριολεκτικά ανέστησαν τις πεδινές ακαλλιέργητες εκτάσεις υδροδοτώντας την πεδιάδα της Ακράτας με το αρδευτικό κανάλι του Κούρκαφα το 1847. Οι προοδευτικοί για την εποχή κάτοικοι βρίσκουν τρόπο να εκμεταλλευτούν τα  ζωοδότα νερά του Κράθη ποταμού, να ποτίσουν τις μεγάλες αγροτικές εκτάσεις, να καλλιεργήσουν τα ποτιστικά πλέον χωράφια, να φυτέψουν λεμονιές, εσπεριδοειδή  και ελαιόδεντρα, δημητριακά και αμπέλια, να χτίσουν τα νοικοκυριά τους, να δώσουν τα ονόματα των πολυπληθών οικογενειών τους σε γειτονιές της Ακράτας και να οδηγήσουν τον τόπο στην προκοπή προδιαγράφοντας ένα μέλλον ευοίωνο γι’ αυτούς και τα παιδιά τους. Η ίδρυση του α΄ Δήμου Ακράτας πραγματοποιήθηκε με βασιλικό διάταγμα το 1878 μετά από πολλούς αγώνες των κατοίκων.  

Τα Παμπουκέικα, τα Αγγελετέικα, τα Παπακωνσταντινέικα και τέλος, τα Χαρωνέικα, γειτονιά  που είχε και τη μόνιμη κατοικία του ο Περεσιάδης, ανθίζουν. Βουίζουν από τις φωνές των παιδιών και των δραστήριων νέων ανθρώπων. Ιδρύονται τα πρώτα σχολεία «Κοινών Γραμμάτων», κρατικό δημοτικό σχολείο αρρένων το 1850, Ελληνικό Σχολείο για τη μέση εκπαίδευση αλλά και παρθεναγωγείο για τα κορίτσια το 1883 ενώ ναοί κοσμούν τη μικρή συνεχώς αναπτυσσόμενη κωμόπολη. Στο Ελληνικό σχολείο διδάσκει ο μεγάλος δάσκαλος της εποχής και Φιλικός Νικηφόρος Παμπούκης που φέρεται και ως θεμελιωτής της πνευματικής και εκπαιδευτικής παράδοσης της Ακράτας.

Ειδικότερα δε, μετά την αγροτική μεταρρύθμιση του 1871, οι κάτοικοι εντατικοποίησαν την καλλιέργεια της σταφίδας αποκομίζοντας αρκετά κέρδη τόσο οι αγρότες όσο και όσοι ασχολούνταν με το διαμετακομιστικό εμπόριο μεταφέροντας την περιώνυμη σταφίδα με κάρα από την «αμαξιτή οδό» στην παραλία. Εκεί τα βαρυφορτωμένα καΐκια μετέφεραν από τη μαρίνα της Ακράτας το μαύρο γλυκό καρπό στο Αίγιο και την Πάτρα από όπου και έπαιρνε το δρόμο της εξαγωγής. Η σιδηροδρομική γραμμή, από την άλλη, ένα από τα μεγάλα εκσυγχρονιστικά έργα, μείωσε την απόσταση της Ακράτας από την πρωτεύουσα και την Πάτρα και διευκόλυνε πολύ τις εμπορικές συναλλαγές. Η διάσημη σταφίδα μας ταξίδευε ως τη Βρετανία για να κάνει ακόμα πιο γευστικό το παραδοσιακό γλυκό των Άγγλων, την πουτίγκα. Δυστυχώς όμως στη δύση του 19ου αιώνα οι νόμοι της αγοράς θα πλήξουν την καλλιέργεια της σταφίδας, όντας η προσφορά μεγαλύτερη της ζήτησης, ακόμα και η πρόταση για μονοπωλιακή αγορά και απανωτές κυβερνήσεις που δεν μπόρεσαν να δώσουν λύση στους αγρότες ούτε και με τη Σταφιδική Τράπεζα του Θεοτόκη.

Επιπροσθέτως και η ραγδαία αύξηση του πληθυσμού, η Ακράτα αριθμεί τους 860 κατοίκους  την εποχή εκείνη σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία, με την παράλληλη μείωση των γαιών για καλλιέργεια οδήγησε πολλούς νέους ανθρώπους από την ευρύτερη περιοχή, σαν άλλους μυθικούς Ιάσονες, να αναζητήσουν μια καλύτερη τύχη ως μετανάστες στα πέρατα του κόσμου.
Αυτό το εύφορο κοινωνικά και πολιτικά κλίμα της εποχής θα μετατρέψει τελικά την Ακράτα στα τέλη του 19ου αιώνα σε διοικητικό κέντρο της Ανατολικής Αιγιάλειας. Ο πολιτισμός, υπό αυτό το πρίσμα της οικονομικοπολιτικής ανάπτυξης, θα σηματοδοτήσει την ιστορία του τόπου και θα γράψει τη δική του μεγάλη ιστορία που συνεχίζεται αδιάκοπα ως τις μέρες μας. Στα 1875 ιδρύεται ο πρώτος Κοινοτικός Σύλλογος με την επωνυμία «Σεραφείμ». Πέντε χρόνια αργότερα ανοίγει τα φτερά του το Εξωραϊστικό και Πολιτιστικό Σωματείο «Ηώς», που σημαίνει αυγή, νέο ξεκίνημα με στόχο την καλλιέργεια και ψυχαγωγία των κατοίκων.

Ο Περεσιάδης πρωτοστατεί στο στέριωμα του νέου Συλλόγου και αποτελεί ένα από τα ιδρυτικά του μέλη. Οι άνθρωποι που υπηρέτησαν τότε  το σύλλογο  κατέγραψαν στο ενεργητικό τους το ανέβασμα των θεατρικών του έργων. Στις πολιτιστικές εκδηλώσεις της εποχής εκείνης ο συγγραφέας συμμετέχει ενεργά υποδυόμενος τους κεντρικούς ρόλους, διδάσκοντας και σκηνοθετώντας  ερασιτεχνικές παραστάσεις και παράλληλα συγγράφοντας τα θεατρικά του έργα.

Μια άλλη πτυχή της πολυτάλαντης προσωπικότητάς του, σίγουρα, αποτελεί και η δημοσιογραφική του «καριέρα». Το 1891 εξέδωσε στην Ακράτα, την εβδομαδιαία πολυγραφημένη τετρασέλιδη εφημερίδα "Αστραπή", το α΄ δημοσιογραφικό έντυπο, το οποίο κάλυπτε τόσο τα πολιτικά όσο και τα πολιτιστικά τεκταινόμενα της εποχής του. Το έντυπο υποστήριξε τις ανανεωτικές πολιτικές κινήσεις εκφράζοντας έμμεσα τον ίδιο τον εμπνευστή του. Συγκεκριμένα του θείου του Γ. Κανελλόπουλου στις δημαρχιακές εκλογές του τότε νεοσύστατου Δήμου στα 1891.

Ο Περεσιάδης δίνει την ψυχή του σε αυτή την εφημερίδα καθώς, λόγω της ολικής του τύφλωσης, δεν μπόρεσε ποτέ να γίνει δημοσιογράφος σε μεγάλη αθηναϊκή εφημερίδα, όνειρο ζωής, που στάθηκε μάλλον ανεκπλήρωτος πόθος του αλλά και προσπάθεια να βελτιώσει οικονομικά τη θέση του και να βιοποριστεί. Καθιερώνεται ως πνευματικός άνθρωπος στην ακρατινή κοινωνία. Επιβάλλεται με την προσωπικότητά του ως μέλος πια μιας ισχυρής «Πνευματικής Τριάδας» μαζί με το σχολάρχη Κ. Χριστόπουλο και το γιατρό Δημ. Αγγελόπουλο σφραγίζοντας τα πολιτιστικά τεκταινόμενα εκείνης της περιόδου στη μικρή πολίχνη της Ανατολικής Αιγιάλειας.

Ας δούμε όμως την εργογραφία του όπως την άκουσε το ακροατήριο του θεατρικού αναλόγιου από τον «ηθοποιό» που ενσάρκωνε τον Περεσιάδη, το καλοκαίρι του 2004, στα «Περεσιάδεια»: Σ.Π. Άρχισα το 1892 με τη Μαργαρίτα, όσο έβλεπα ακόμα. Το έργο αυτό δεν τυπώθηκε. Το 1893, τυφλός πλέον, παρουσίασα στη σκηνή της Ακράτας τη Γκόλφω. Την επομένη χρονιά, πάλι στην Ακράτα πρωτοπαρουσίασα τη Σκλάβα και μετά δύο χρόνια, το 1896 την Εσμέ. Ακολούθησαν  η Μόρφω, οι Νεράιδες, ο Χορός του Ζαλόγγου, η Βασίλισσα των Ανθέων, ο Μαγεμένος Βοσκός, η Πάργα, η Πατρίδα, τα Διπλά Στέφανα, ο Εθελοντής και ο Προεστός του χωριού.

Κυρίες και κύριοι, ο συγγραφέας ξεκίνησε τη θεατρική του δημιουργία το 1892 και την τερμάτισε το 1914, λίγα χρόνια πριν το θάνατό του. Συνθέτει όμως τα ποιήματά του από πολύ νεαρή ηλικία αφού οι επιρροές τού μορφωτικού οικογενειακού του περιβάλλοντος ήταν πολύ ισχυρές, όπως προανέφερα. Στην 22χρονη δημιουργική του πορεία τα θεατρικά κείμενα κατέχουν τη μερίδα του λέοντος. Δέκα από τα τυπωμένα του έργα του είναι γραμμένα σε έμμετρο λόγο ενώ τέσσερα σε πεζό λόγο.

Οι μελετητές του και οι κριτικοί θεάτρου έχουν κατηγοριοποιήσει τα έργα του σε κωμειδύλια και δραματικά ειδύλλια (Μαργαρίτα, Γκόλφω, Σκλάβα, Νεράιδες, Προεστός του χωριού, Βασίλισσα των Ανθέων, ο Μαγεμένος Βοσκός, Διπλά Στέφανα) και σε πατριωτικά δράματα (Εσμέ, Μόρφω, Χορός του Ζαλόγγου,  Πάργα, Πατρίδα, Εθελοντής και η Ανάστασις που δεν γνωρίζουμε αν τυπώθηκε, παρόλο που παίχτηκε στο Δημοτικό θέατρο Αθηνών το 1913).

Το είδος αυτού του θεάτρου είχε μεγάλη απήχηση στο κοινό, αγαπήθηκε και καταχειροκροτήθηκε όπου ανέβηκε στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα. Το κωμειδύλιο  ολοκλήρωσε την ανανέωση στο νεοελληνικό θέατρο. Τα έργα αυτά ήταν προσφιλή στο κοινό παρόλο που τους έλειπε η φαντασία και η ευρηματικότητα. Καταγράφηκαν ως «λαϊκά» έργα στη συνείδηση του κοινού, που είχε κουραστεί από τις τραγωδίες των δύσπεπτων αρχαϊκών και καθαρευουσιάνικων θεατρικών διαλόγων  και των ρομαντικών δραματουργημάτων με τον ξένο για τα ελληνικά ήθη ιπποτισμό και τον στομφώδη πατριωτισμό.

Την περίοδο αυτή ανακαινιστικές τάσεις χαρακτηρίζουν την ποίηση και τη λογοτεχνία εκτός από τη θεατρική παραγωγή.  Η ελληνική κοινωνία αναζητά στην πνευματική κίνηση διέξοδο από το πολιτικό της τέλμα. Εφημερίδες, περιοδικά, λογοτεχνικοί διαγωνισμοί, ίδρυση Συλλόγων και φορέων Πολιτισμού αλλά και νέες θεατρικές στέγες όπως η "Νέα Σκηνή" του Κωνστ. Χρηστομάνου και το "Βασιλικό Θέατρο" (1901-1908) συνθέτουν την εικόνα ενός συνεχώς μεταβαλλόμενου κόσμου που βαίνει προς την αστικοποίηση.

Τον πρώτο λόγο τώρα έχει η δημοτική γλώσσα που αρδεύει από το αστείρευτο πηγάδι της λαϊκής μας παράδοσης και τον μακρύ κατάλογο των δημοτικών μας τραγουδιών, που χάρη στις μελέτες του Φ. Πολίτη ξαναβρήκαν το χαμένο τους γόητρο και από εδώ και μπρος εμπνέουν τους δημιουργούς. Παρακολουθούμε την έκδοση ενός μεγάλου αριθμού έργων από πρωτοπόρους δημοτικιστές όπως ο «Βουρκόλακας» του Αργύρη Εφταλιώτη, το «Γιοφύρι της «Άρτας» του Η. Βουτιερίδη, «Το Ανεχτίμητο» του Π. Χορν και «Ο Πρωτομάστορας» του Ν. Καζαντζάκη, έργα που δεν παρουσιάστηκαν στη σκηνή αλλά έδιναν το στίγμα της εποχής στην ανατολή του 20ου αιώνα.

Στην πεζογραφία οι συγγραφείς ηθογραφούν και παραδίδουν μια κοινωνική πλέον πεζογραφία. Η θεατρική παραγωγή δε θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη μπροστά σε όσα συμβαίνουν στην πνευματική κίνηση της εποχής που βρίσκεται σε αλληλεπίδραση  με τις προσδοκίες του εθνικού ζητήματος και τη διαμόρφωση της ελληνικής ταυτότητας. Το θέατρο κυριολεκτικά αναζωογονείται και ο θεατρικός θεσμός  θεμελιώνεται. Οι ιστορικές πηγές  αναφέρουν ότι την εποχή εκείνη δημιουργείται ελληνική θεατρική παράδοση. Η Ηρώ Κατσιώτη, μελετήτρια του Περεσιάδη αναφέρει ότι σε έρευνά της στον αθηναϊκό τύπο, τη χρονιά 1894 οι θίασοι θα ανεβάσουν 20 ξένα έργα και 33 ελληνικά εκ των οποίων τα 5 ήταν πρωτότυπα κωμειδύλλια και τα 3 δραματικά ειδύλλια.

Στην εκπνοή του 19ου αιώνα και ιδιαίτερα το 1893, η χώρα μας βρίσκεται σε οικονομική δυσμένεια και κοινωνική αναταραχή με την πτώχευση και την υποτίμηση της δραχμής. Τον Δεκέμβριο εκείνον ο Χαρίλαος Τρικούπης αναφωνεί το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν». Ένα χρόνο μετά, το 1894 εορτάζεται για πρώτη φορά η Εργατική Πρωτομαγιά. Το 1896 θα αναβιώσουν οι Ολυμπιακοί αγώνες και η χώρα μας θα ντυθεί για άλλη μια φορά με τη βολική χλαμύδα της αρχαιότητας που της προσφέρει αίγλη και προσωρινή δύναμη από την αρχαία της καταγωγή. Το 1897, ημερομηνία ορόσημο που έμεινε στην ιστορία με τη φράση «η ντροπή του ‘97», θα επιφέρει αλλαγές στην πνευματική ζωή του τόπου μας. Η απογοήτευση, η θλίψη ενός κόσμου, που είχε γαλουχηθεί από τους ηγέτες του με τη μεγαλόπρεπη  σημαία της Μεγάλης Ιδέας που κυματίζει από το 1844, ήταν οι κυριότεροι παράγοντες που οδήγησαν την πένα των δημιουργών σε πνευματικές αναζητήσεις προσανατολισμένες στο εθνικό πρόβλημα. Ένα πρόβλημα που βάφεται με το χρωστήρα του έντονου πατριωτισμού και της εθνικής συνείδησης. Στο πλαίσιο του κυρίαρχου αλυτρωτισμού (το Μακεδονικό και το Kρητικό δεν έχουν βρει ακόμα τη λύση τους και πολλές περιοχές της Ελλάδας στη δύση του 19ου αιώνα είναι ακόμα υπό τουρκική κατοχή) ο λαϊκίστικος λόγος των έργων αυτών και ο μελοδραματικός τους τόνος συγκινούσε τις ίδιες τις αλυτρωτικές προδομένες προσδοκίες του κοινού που σιωπηλά κατηγορεί τους ιθύνοντές του για μια Ελλάδα που δεν έχει αποκτήσει ακόμα τα σύνορα που της ανήκουν και που δεν έχει ικανοποιήσει τις προσδοκίες και τους στόχους του Απελευθερωτικού αγώνα του ‘21.

Τα πατριωτικά δράματα αναπαραγάγουν τις εθνικές υποθέσεις και στο στόμα των πρωταγωνιστών τα ζητήματα αυτά αποκτούν μιαν άλλη αίγλη τονώνοντας το πατριωτικό αίσθημα, παρηγορώντας την ταπεινωμένη ελληνική ψυχή από τις εθνικές ήττες και την ανικανότητα των πολιτικών ηγετών του. Ένα κοινό που δεν διστάζει πλέον να προσάψει στους ηγέτες του την εθνική αποτυχία στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο, την καθυστέρηση στην οικονομική ανάπτυξη που προσδιορίζεται τώρα με το ρυθμό ανάπτυξης των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, την ταπεινωτική επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου και τέλος, την ανάμειξη των Μεγάλων Δυνάμεων που βρίσκουν λόγους να συνεχίζουν να μας προστατεύουν και να διαφεντεύουν τις τύχες μας.
Ο θεατρικός συγγραφέας Κώστας Ασημακόπουλος  αναφέρει χαρακτηριστικά για τον Περεσιάδη: Ο συγγραφέας θεωρεί χρέος του ηθικό να συμβάλλει με το δώρημα που του έδωσε ο Θεός, το τάλαντό του, για να κραταιωθεί ψυχικά ο λαός μας με πίστη. Και με τον πρόσθετο λόγο της αναπηρίας της όρασής του, που τον εμποδίζει ν’ αναπτύσσει άλλη πατριωτική δραστηριότητα, η συγγραφή των πατριωτικών δραμάτων του,  γίνεται ανακούφιση και λύτρωση. Το προσωπικό του πρόβλημα θα σημαδέψει τη δημιουργία του και με σιδερένια πλέον θέληση και ατσάλινη βούληση θα συγγράψει το σύνολο του έργου του με ακλόνητη αυτή την πίστη στα ιδανικά της πατρίδας. 

Στην Εσμέ την Τουρκοπούλα, την ηρωίδα που αγάπησε ο Έλληνας αγωνιστής Δρόσος, σε ένα χωριό των Καλαβρύτων, παραμονές της Επανάστασης, βλέπουμε τη νεαρή μουσουλμάνα να υπόκειται στη θέληση του συγγραφέα και να αλλαξοπιστεί, να διαγράφει ακόμα και την πατρίδα της για χάρη του έρωτα με τον Έλληνα πατριώτη, λέγοντας : «αρνήθηκα εκείνη που είχα πατρίδα μου, γιατί απόκτησα μιαν άλλη, μιαν άλλη πιο λαμπρότερη, τη ζηλευτή Ελλάδα. Και για την πίστη… αρνήθηκα εκείνη που λάτρευα, που δόξαζα, για μιαν άλλη πίστη, την πίστη που ανάστησε πεθαίνοντας ο γιος Σου απάνω στο βαρύ σταυρό, προσκύνησα, Θεέ μου». 

Ο Περεσιάδης συγκαταλέγεται στους  κύριους εκπρόσωπους του θεάτρου αυτού μαζί με τον  Αλ. Γαλανό, Γ. Ασπρέα, Π. Δημητρακόπουλο, Γερ. Βώκο, Μ. Λιδωρίκη, Σ. Ποταμιάνο, Ηλ. Βουτιερίδη και άλλους πολλούς. Η Εσμέ παίχτηκε από μεγάλους θιάσους, και με πρωταγωνίστρια την Ευαγγελία Παρασκευοπούλου, την εποχή εκείνη, αποθεώθηκε. Άξιος συνεχιστής του Κορομηλά, σας θυμίζω την «Τύχη της Μαρούλας», ο Περεσιάδης έφερε το κωμειδύλιο στην τελείωσή του. Με τη Γκόλφω υπηρέτησε το δραματικό ειδύλλιο που αποτελεί παρακλάδι του κωμειδυλίου και εμφανίστηκε ως είδος θεάτρου με έργα όπως «Ο αγαπητικός της Βοσκοπούλας» του Δ. Κορομηλά (1891) και «Η Χάιδω η λυγερή» του Π. Μελισσιώτη (1892). Μέσα από μελοδραματικά σχήματα φορτισμένα με έντονο λυρισμό και γραφικότητα, το δραματικό ειδύλλιο μεταφέρει στη σκηνή τα αγνά ήθη της υπαίθρου, τη λαϊκή γλώσσα του Μοριά, την ποίηση του «χωριού και της στάνης», εκφράζοντας εν πολλοίς τους στίχους της ποίησης του Κώστα Κρυστάλλη.

Η κριτική δεν τα είδε ποτέ με καλό μάτι. Πολλές φορές σνομπάρισε τα έργα αυτά και τα υπονόμευσε αποκαλώντάς τα «έργα φουστανέλας » που κολακεύουν το λαϊκό αίσθημα με την αισθηματολογία τους. Ο Μάνος Ελευθερίου  στο πρόσφατο βιβλίο του «Ο Καιρός των Χρυσανθέμων» βάζει στο στόμα της ηρωίδας του Ευαγγελίας Παρασκευοπούλου, μεγάλης ντίβας που άφησε εποχή στις θεατρικές σκηνές των αρχών του 20ου αιώνα, απόψεις για τα έργα του Περεσιάδη που δείχνουν πώς αντιμετώπιζε μια μερίδα πνευματικών ανθρώπων τα ειδύλλια: «η εμετική Εσμέ η Τουρκοπούλα…..η σαχλή Σκλάβα…ενώ απήγγελλε ολόκληρα κατεβατά από έργα του Βασιλειάδη και Περεσιάδη, τους οποίους κατά βάθος απεχθανόταν, έλεγε τα ονόματά τους και γελούσε ειρωνικά, τους θεωρούσε πρόσκαιρους συγγραφείς». 

Η ποιητική δημιουργία, την εποχή εκείνη, με κύριους εκπροσώπους τον Άγγ. Σικελιανό, Ν. Καζαντζάκη και Κ. Βάρναλη γυρίζει την πλάτη σε έναν κόσμο που χάνεται στην παρακμή του και προσπαθεί να πλάσει μέσα από τους στίχους της μιαν ηρωική Ελλάδα, που υψώνεται πάνω από την μονότονη καθημερινότητα ψάχνοντας τις διαστάσεις της σε υψηλού επιπέδου αναζητήσεις στη σφαίρα του ιδανικού.

Στα 1914 ο Περεσιάδης ποιητής εμπνέεται από τους Βαλκανικούς πολέμους και συνθέτει την ποιητική συλλογή «Καινούργιες Δάφνες» που περιλαμβάνει 40 ποιήματα. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημά του «Η Κόρη του Χελμού» όπου πλέκει κυριολεκτικά το εγκώμιο της Ακράτας ανεβάζοντάς την στο βάθρο των ιστορικών ελληνικών τόπων που γράφουν τη δική τους ιστορία. Στο αρχείο της οικογένειας υπάρχει και ένα πολύ ευαίσθητο ποίημα για τη μάνα, τη μάνα του συγγραφέα με ρυθμό, γεωμετρικά και αριστοτεχνικά δομημένες στροφές και ομοιοκαταληξία. 

Τα πρόσωπα των έργων του αποτελούν ανθρώπινους τύπους με τα ελαττώματα, τα προτερήματα, τη μεγαλοψυχία αλλά και τη μικρότητα των ανθρώπων της υπαίθρου. Κουβαλούν τη λεβεντιά, το θάρρος και τη χάρη αλλά και την πονηριά, την κακία, το μίσος, την εκδίκηση και τη ματαιοδοξία. Στο σκηνικό των έργων του παρελαύνουν ο αγέρωχος και ατρόμητος τσέλιγκας, ο θαρραλέος έτοιμος να θυσιαστεί στο πρώτο κάλεσμα της πατρίδας αγωνιστής, η αδίστακτη προκλητική πολύφερνη τσελιγκοπούλα, ο κουτοπόνηρος συμφεροντολόγος αμόρφωτος προεστός, η παμπόνηρη καταφερτζού χήρα, η αγνή και αμόλυντη κόρη που παραδίνεται στον έρωτα διαγράφοντας για χάρη του έρωτα τα θρησκευτικά πιστεύω της, η καπάτσα πεθερά, ο κουτόβλαχος χωρικός, ο κακόβουλος και ύπουλος ξάδελφος που δολοπλοκεί απροκάλυπτα, ο θυμόσοφος νεαρός, οι καλοπροαίρετοι συγγενείς, ο χωρατατζής ανατρεπτικός τσοπανάκος, ο μεταμελημένος ερωτευμένος νέος και βέβαια η τραγική φιγούρα της άσπιλης και πάναγνης πιστής στον έρωτά της Γκόλφω.

Η γυναίκα παίζει σπουδαίο ρόλο στα έργα του, εμφανίζεται με μια δυναμική και αποφασιστικότητα που αφήνει έκπληκτο τον θεατή της εποχή εκείνης. Ο Περεσιάδης έδωσε γυναικεία ονόματα σε πολλά από τα έργα του (Μόρφω, Γκόλφω, Εσμέ κ.ά.) τιμώντας τη γυναικεία μορφή και ανεβάζοντάς την στης της εκτίμησης το υψηλό βάθρο.

Το ψυχογράφημα των απλών ανθρώπινων τύπων γίνεται πάντα ορατό και διάφανο επί σκηνής. Δεν υπαινίσσεται, δεν κρύβεται πίσω απ’ τις λέξεις, αλλά αντίθετα αποκαλύπτεται με τρόπο αληθινό. Έχει σημείο αναφοράς του το κλίμα και το ήθος μιας Ελλάδας που αχνοφέγγει πίσω απ’ τις λέξεις σαν τη φλόγα στο καντήλι του ποιητή, που δεν είναι άλλη από την αγωνία του για τη μοίρα αυτού του τόπου.  Το έργο του διαπνέεται από βαθιά θρησκευτική πίστη και φιλοπατρία αλλά και πίστη στις αιώνιες αξίες όπως είναι αυτές της ελευθερίας, της μοναδικής αξίας κάθε ανθρώπου και της ελεύθερης επιλογής και συνείδησης. Ο ποιητής δε διστάζει, από την άλλη, να καυτηριάσει και να στηλιτεύσει με την πένα του τη δολιότητα, τη φιλοχρηματία, την υπεροψία, το ξεπούλημα των ιδεών για χάρη του χρήματος και της εξουσίας.          

Εδώ, κυρίες και κύριοι, θα μου επιτρέψετε να ανοίξω μια μεγάλη παρένθεση για την Γκόλφω, αφού είναι το έργο που αγαπήθηκε όσο κανένα άλλο και παίχτηκε σε πολλές θεατρικές σκηνές σε όλο τον κόσμο χαρίζοντας δόξα και φήμη στον ποιητή. Ο μύθος παρμένος από την τοπογεωγραφία του Χελμού. Ο καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Πατρών, Αθ. Φωτόπουλος στο βιβλίο του Ιστορικά και Λαογραφικά της Αν. Αιγιαλείας  αναφέρει ότι κατά τη  διεξαγωγή της έρευνάς του, οι ποιμένες γέροντες της περιοχής έλεγαν ότι τα πρόσωπα του έργου ήταν υπαρκτά. Ακόμα και σήμερα οι κάτοικοι της Νωνάκριδας αναφέρουν τον δραματικό και άδοξο έρωτα των δύο νέων σαν μια πραγματική ιστορία.

Η Γκόλφω, που σημαίνει εγκόλπιον, γκόλφι, φυλακτό, ήταν κόρη του ρουμελιώτη τσοπάνη Φλίγκου, ο Θανασούλας διατηρούσε στάνη εκεί που σήμερα ο σύνδεσμος Χελμός έχει κατασκευάσει την περιώνυμη Βρύση της Γκόλφως έξω από το Σόλο στους πρόποδες του Χελμού.   

Ήταν Μάης του 1893, μας πληροφορεί ο Τάσος Γεωργαντόπουλος , όταν στην αυλή του σπιτιού του Γεώργιου Σακελλόπουλου, μια ανάσα από το ιστορικό κέντρο της σύγχρονης Ακράτας, η «Γκόλφω» συναντήθηκε με το ακρατινό θεατρόφιλο κοινό. Τους ρόλους ερμήνευσαν πρόσωπα από την αφρόκρεμα της ακρατινής κοινωνίας ο Κ. Χριστόπουλος, σχολάρχης, ο Γ. Χαρώνης γιος του Δημάρχου, ο Μ. Χριστόπουλος αξιωματικός, ο Σ. Κανελλόπουλος αγιογράφος κ.ά.

Το έργο όμως, σύμφωνα με τον Ηρακλή Αναγνωστόπουλο, πρωτοπαίχτηκε την άνοιξη της ίδιας χρονιάς στη θέση Πανηγυρίστρα, τοποθεσία στη Νωνάκριδα  που λάβαιναν χώρα οι φθινοπωρινές εμποροπανηγύρεις και συγκέντρωνε πλήθος κόσμου για τις απαραίτητες  αγοραπωλησίες της εποχής. Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι πολλοί είχαν έρθει προκατειλημμένοι φέρνοντας μαζί τους κλούβια αυγά για να τα πετάξουν στους ηθοποιούς. Το έργο όμως ήταν μια φοβερή επιτυχία, ένας πραγματικός ανέλπιστος για τα τοπικά δεδομένα θρίαμβος. Η αμεσότητα του λόγου του, η συγκίνηση από τις δραματικές σκηνές με αποκορύφωμα αυτή της κατάρας, το οικείο σκηνικό της υπαίθρου στους ανθρώπους της ορεινής περιοχής, σκόρπισε ρίγη συγκίνησης ενώ ασυγκράτητα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια των θεατών.

Μετά το τέλος της παράστασης, αυτοί που ήρθαν έτοιμοι να γιουχάρουν, έτρεξαν πρώτοι να συγχαρούν τους ερασιτέχνες ηθοποιούς, νέους των χωριών, τους συντελεστές και βέβαια το συγγραφέα που ήταν κρυμμένος πίσω απ’ τη σκηνή και γεμάτος αγωνία περίμενε τις αντιδράσεις των θεατών. Το πλήθος των Κλουκινοχωριτών που παρακολούθησε την παράσταση έφυγε κατασυγκινημένο και ενθουσιασμένο κουβαλώντας τον απόηχο των στίχων των τραγουδιών του έργου αλλά και των φράσεων και των εικόνων σε όλη την περιοχή της Νωνάκριδας και των γειτονικών χωριών των Καλαβρύτων.

Η μοίρα της Γκόλφως θα είναι αυτή. Η φήμη της εξαπλώθηκε με πρωτόγνωρη ταχύτητα για την εποχή. Καλόδεχτη όπου κι αν παίχτηκε. Ήταν η δική μας Ιουλιέτα, αναφέρει η Ευανθία Στιβανάκη . Η Γκόλφω γαλούχησε και εκπαίδευσε θεατρικά την Ελλάδα σε πολύ δύσκολες εποχές όπως ακριβώς έκανε και ο Καραγκιόζης στο θέατρο Σκιών.  Το έργο αγαπήθηκε από τα μπουλούκια, τους λαϊκούς περιπλανώμενους θιάσους που έδρασαν κυρίως από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι και το 1970. Ήταν έργο-σωσίβιο και σύμφωνα με τον εκφωνητή της ΕΡΑ στη ραδιοφωνική εκπομπή «Η ώρα της ελληνικής σκηνής», τα πατριωτικά δράματα του Περεσιάδη αποτέλεσαν «βάρκες σωτηρίας»  όταν οι θίασοι αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες.

Κυρίως όμως αγαπήθηκε και αγκαλιάστηκε από το κοινό που είναι και ο τελικός αποδέκτης και ο υπέρτατος εντέλει κριτής κάθε πνευματικού δημιουργήματος. Είχε τόσο μεγάλη λαϊκή απήχηση που αποτελεί την ελληνική εκδοχή παρόμοιων ποιμενικών δραμάτων που εμφανίζονται στην υπόλοιπη Ευρώπη ήδη από την εποχή της Αναγέννησης. Είναι το έργο που έκανε διάσημο τον Περεσιάδη και τον επέβαλε στα θεατρικά δρώμενα της εποχής. Εντάχθηκε στο δραματολόγιο των πιο γνωστών τότε θιάσων, αναφέρω ενδεικτικά τους θιάσους των αδελφών Ταβουλάρη, της Αικ. Βερώνη, της Ευαγ. Παρασκευοπούλου και αργότερα της Κοτοπούλη και Κυβέλης. Παίχτηκε στα μεγαλύτερα αθηναϊκά θέατρα και περιόδευσε σε θεατρικές σκηνές του κόσμου.
Το 1894 ανεβαίνει στην Αθήνα και γνωρίζει τον πραγματικό θρίαμβο. Ένα χρόνο μετά, το έμμετρο δραματικό ειδύλλιο ανεβαίνει στην Πάτρα όπου θα παραβρεθούν συγγενείς, φίλοι αλλά και ο ίδιος ο συγγραφέας. Η εφημερίδα Πελοπόννησος γράφει: «Το  θέατρο «Απόλλων» επί τη επαναλήψει της Γκόλφως ήτο μέχρι αποπνιγμού. Στέφανοι και άνθη προσεφέρθησαν στην πρωταγωνίστρια κ. Ζάμπου. Ο ποιητής εκλήθη και πάλιν επί της σκηνής ευχαριστήσας το κοινόν».

Τέτοια ήταν η απήχηση της Γκόλφως που μόλις το 1911, στο «Δημοτικό Θέατρο Αθηνών» ανεβαίνει πανηγυρικά η 500ή παράσταση! Ενώ στις 26 Ιανουαρίου του 1913, στο θέατρο «ΕΔΕΜ» της Θεσσαλονίκης, ο Εθνικός Δραματικός Θίασος, Ποφάντη - Παπαστεφάνου, υποδέχεται τον πρωθυπουργό της Ελλάδας, Ελευθέριο Βενιζέλο με τη «Γκόλφω» και με πρόγραμμα τυπωμένο σε τρεις γλώσσες: Ελληνικά, Βουλγαρικά και Γαλλικά.

Οι πρωταγωνιστές του έργου ντυμένοι με τα αλατζαδένια ενδύματα της εποχής, φτιαγμένα στους αργαλειούς των σπιτιών της ορεινής Αχαΐας αναπαριστούν τη ζωή της ελληνικής υπαίθρου των ορεινών περιοχών, των ανέγγιχτων ακόμα από την εντατική αστικοποίηση των πόλεων. Ένας ιδιαίτερος κώδικας τιμής μπολιάζει τους θεατές ηθογραφώντας τους χαρακτήρες της υπαίθρου διαπαιδαγωγώντας τους παράλληλα, κώδικα που φαίνεται να γνωρίζει καλά ο Περεσιάδης. Τα  βιώματά του από τη ζωή των πρώτων του χρόνων στους πρόποδες του Χελμού τον έχουν σφραγίσει ανεξίτηλα.

Το έργο του ένας πλουσιότατος λεξιλογικός θησαυρός που αποτυπώνεται η απλοϊκή ζωή των ορεινών Αχαιών. Ο λεκτικός του πλούτος ενώνεται με το βουητό του Κράθη καθώς ροβολάει τις κατηφοριές των Αορανίων,  ψιθυρίζει την πανάρχαια ιστορία τούτου του τόπου, σκύβει με σεβασμό να ακούσει το θρόισμα των υπέργηρων πλατανιών στο δροσερό αεράκι, αφουγκράζεται το πέταγμα των αετών στις βαθυπράσινες πηγμένες στις καστανιές και στα έλατα κοιλάδες. Ο βαρύς ίσκιος του Χελμού σαν πνευματική σκέπη πάνω από τους ανυποψίαστους ανθρώπους που εργάζονται και μοχθούν πάνω στην ορεινή γη αντιλαλεί το μοραΐτικο ιδίωμα της Αν. Αιγιάλειας που δεν αποκλίνει από την κοινή νεοελληνική γλώσσα καθώς είναι απαλλαγμένο από ξενικές, ιδιαίτερα τούρκικες προσμίξεις ή δάνεια. Εικόνες, ήχοι, οσμές και χρώματα της μοναδικής χλωρίδας και πανίδας του χωροχρόνου Χελμού αναπαριστούνται με ελάχιστα ιδιωματικά και λόγια στοιχεία αποκαλύπτοντας την ομορφιά του τοπίου με εξαίσια εκφραστικά μέσα που δίνουν ροή, μουσικότητα και ρυθμό στο λόγο.

Τα άψυχα στοιχεία του φυσικού τοπίου ξαφνικά ζωντανεύουν, αποκτούν πρόσωπο συμμετέχοντας ενεργά στο συναισθηματικό κόσμο των ηρώων. Η ιστορία του Αχιλλέα που βαφτίστηκε στο  αθάνατο νερό για να γενεί άτρωτος, οι λαϊκές αφηγήσεις για τα χουνέρια που επιφυλάσσουν οι νεράιδες αδελφές του Μέγα Αλέξανδρου στους αλαφροΐσκιωτους, το Μαυρονέρι και το ποτάμι το βαθύ που οδηγεί στα Τάρταρα εξημερώνοντας το θάνατο, τη ζωή και τον έρωτα, παντρεύονται αρμονικά σε ένα λόγο φυσικό και αβίαστο, τον μοναδικό ποιητικό θεατρικό λόγο του Περεσιάδη. Εικόνες και αγνές μνήμες της παιδικής ζωής τού συγγραφέα είναι το σκηνικό στα έργα του και είναι όλα αυτά μαζί και το καθένα ξεχωριστά που μεταλαμβάνει ο θεατής στα θεωρεία και ο αναγνώστης μέσα από τα βιβλία του. Είναι οι μεταφορές, οι παρομοιώσεις, οι εύστοχες αντιθέσεις, οι ομηρικές σύνθετες λέξεις που παραπέμπουν απευθείας στο κληροδότημα της κλασικής γραμματείας στη δημοτική μας ποίηση. 

Τα έργα του Αχαιού δημιουργού γνώρισαν αλλεπάλληλες εκδόσεις από τον εκδοτικό οίκο Φέξη και Σαλίβερου από τις αρχές του αιώνα έως το 1950 περίπου. Ο Αριστείδης Κυριακός μετέφερε τη  Γκόλφω σε μυθιστόρημα το 1909. Στα τέλη του 19ου αιώνα κυκλοφόρησαν φυλλάδια με την ιστορία της Γκόλφως εν περιλήψει σε «άπταιστη» καθαρεύουσα. Ο Κυριάκος Κάσσης  συλλέκτης τέτοιων εντύπων στο βιβλίο του «Παραλογοτεχνία στην Ελλάδα (1830- 1980)» αναφέρει ότι τα έργα Γκόλφω  και Εσμέ κυκλοφόρησαν σε αναρίθμητες εκδόσεις. Ας θαυμάσουμε τα διαμάντια του ανώνυμου συγγραφέα: «Η Γκόλφω η πτωχή ποιμενίς, λίαν ευειδής, εράται εμμανώς πτωχού ποιμένος νεαρού, Τάσσου καλουμένου, ανταγαπωμένη… Η Γκόλφω την παραμονή των γάμων πίπτει δηλητηριασθείσα επί τινος αλωνίου και από του οποίου διερχομένη η γαμήλιος συνοδεία την ευρίσκει εκπνεόυσαν». Στα φυλλάδια αυτά βρίσκει κανείς στιχουργήματα επηρεασμένα από τη δημώδη ποίηση που δεν έχουν καμία σχέση με τα δημοτικά τραγούδια που συνέθεσε ο Περεσιάδης.

Ο Περεσιάδης υποκλίθηκε στη σαγήνη της λαλούσας ελληνικής γλώσσας. Μιας γλώσσας που σπαρταράει μέσα από τους στίχους των δημοτικών τραγουδιών, των λαϊκών εκφράσεων και των παροιμιών. Παρέδωσε εντέλει στο κοινό έναν καθαρό δυνατό ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο που χαράσσεται στη μνήμη, γιατί απλούστατα ταυτίζεται με την ανάσα του Έλληνα. Για να συνθέσει το δραματικό αυτό ειδύλλιο βούτηξε την πένα του στη σοφία της ελληνικής δημοτικής ποίησης και στον κώδικα επικοινωνίας της ποιμενικής κοινωνίας της ορεινής Αχαΐας. Τα τραγούδια που αναφέρονται στη Γκόλφω και στο Χελμό σιγοτραγουδούνται ακόμα και σήμερα από τους παλαιότερους στα ορεινά της Αχαΐας και συνοδεύουν κυρίως τις οικογενειακές χαρές.

Οι ιστορικοί του θεάτρου χαρακτήρισαν τον Περεσιάδη σαν έναν παραπονεμένο τραγουδιστή της στάνης που θρηνεί τους καημούς των χωρικών που δραματοποίησε. Θα ήταν όμως άδικο για τον ποιητή να «στενέψουμε» τη δημιουργία του και να τη στριμώξουμε στον μικρόκοσμο των αναγκών των ποιμένων και των ορεινών κατοίκων.

Ο Περεσιάδης δημιούργησε λέξεις με μια αξιοσημείωτη γλωσσοπλαστική ικανότητα. Στο έργο του ακούει κανείς τον παλμό της ελληνικής καρδιάς, τις αγωνίες των απλών ανθρώπων, το ρυθμό της ίδιας της ζωής με τα απρόοπτά της.
Ο καθηγητής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μιχάλης Μερακλής , αναφέρει χαρακτηριστικά: «Αφορμημένος από την εικονοποιία του δημοτικού τραγουδιού και μένοντας στη λυρική τόλμη εκείνου, πλάθει και τις εικόνες του… Ο δεκαπεντασύλλαβος είναι κυριολεκτικά τέλειος. Και μ’ όλα βέβαια τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του δημοτικού στίχου, τις τομές ή την ισομετρία ή με την ταλάντωση του ήχου, με την αναδίπλωση του νοήματος στο β΄ ημιστίχιο…με το μοίρασμα του στίχου σε ένα σε δύο ή τρία διαφορετικά πρόσωπα, κάτι που θυμίζει την ίδια τεχνική του στίχου του αρχαίου δράματος».

Ο Περεσιάδης συμπορεύτηκε γλωσσικά με την προοδευτική κίνηση της εποχής του που θέλει το δημοτικισμό να ανδρώνεται και να καταλαμβάνει όλες τις πνευματικές εκφάνσεις (θέατρο, ποίηση, λογοτεχνία) από το 1880. Πήρε επάξια τη σκυτάλη των δημοτικιστών. Αξιοποίησε τον λεξιλογικό πλούτο της ελληνικής γλώσσας. Επηρεάστηκε από την παράδοση και έγινε και ο ίδιος παράδοση κληροδοτώντας την στο νεοελληνικό θέατρο, γεγονός που το αναγνωρίζουν ακόμα και οι επικριτές του.

Στον Προεστό του χωριού, εκθέτει με την πένα του την «πολυεπίπεδη» δράση των πολιτικών στις πλατείες και στα καφενεία σατιρίζοντας την καθαρεύουσα και τα διαμάντια αρχαϊκής προελεύσεως  που κοσμούν την ομιλία τους για να ασκήσουν ένα είδος υποταγής και δέους στους συμπολίτες τους. Ας ακούσουμε ένα ηχητικό ντοκουμέντο με τον αμαθή προεστό.
Ήταν ένα διασκευασμένο απόσπασμα με τον Νικήτα Τσακίρογλου να υποδύεται τον προεστό και την Ντενίς Μπαλτσαβιά χήρα, σε ραδιοσκηνοθεσία Άλκη Ζερβού και μουσική Σταμάτη Κραουνάκη.

Οι ακροατές τού τότε ραδιοφώνου της ΕΡΑ απόλαυσαν τα έργα του Περεσιάδη προσαρμοσμένα θεατρικά από γνωστούς ηθοποιούς και δημοτικά συγκροτήματα στην εκπομπή «Το θέατρο της Κυριακής».   
Η Γκόλφω έκανε καριέρα και στην 7η τέχνη, σημαδεύοντας την ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου μιας και ήταν η πρώτη ελληνική ταινία μεγάλου μήκους που γυρίστηκε στα 1914 από το Σμυρναίο επιχειρηματία Μπαχατόρη και σκηνοθέτη τον Ιταλό Φίλιππο Μαρτέλλι. Μεταφέρθηκε με τη μορφή του κοινωνικού μελοδράματος στο βωβό κινηματογράφο περιγράφοντας και κάνοντας διάσημο στο πανί της μεγάλης οθόνης τον ανεκπλήρωτο έρωτα της νεαρής βοσκοπούλας. Η ταινία μην μπορώντας να μεταφέρει τον δεκαπεντασύλλαβο ατύχησε και δεν έβγαλε ούτε τα έξοδά της. Με τη β΄ απόπειρα μεταφοράς της στον κινηματογράφο, η Γκόλφω του Ορέστη Λιάσκου καθιέρωσε το δραματικό ειδύλλιο στη μεγάλη οθόνη και άφησε τους θεατές με τη γεύση της πολύ καλής ερμηνείας από τους Αντιγόνη Βαλάκου, Χατζηχρίστο και Μίμη Φωτόπουλο. Στο σημείο αυτό να αναφέρουμε ότι και η Σκλάβα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1970  με σκηνοθέτη τον Οδυσσέα Κωστελέτο.
Η Γκόλφω «αφηγείται» την πολιτική ιστορία της Ελλάδας από το 1939 ως το 1952 μέσα από τις περιπέτειες ενός περιπλανώμενου μπουλουκιού τον καιρό του πολέμου στη βραβευμένη ταινία «Θίασος» του Θοδ. Αγγελόπουλου το 1975. Η καθηγήτρια κινηματογράφου Χρυσ. Σωτηροπούλου  αναφέρει ότι η Γκόλφω βρίσκεται στις ταινιοθήκες όλου του κόσμου μιας και η  ταινία έχει προταθεί στις 100 καλύτερες παγκοσμίως.

Η Γκόλφω μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και ανέβηκε στο θεατρικό σανίδι πολλών πόλεων. Στην Κωνσταντινούπολη, στα ανάκτορα του Γιλδίζ, μπροστά στο σουλτάνο όπου οι Τούρκοι θεατές δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους στη συγκλονιστική σκηνή της κατάρας. Η Γκόλφω, μεταφρασμένη στην εβραϊκή γλώσσα, παίχτηκε και στη Σμύρνη όπου μετάβηκε και ο ίδιος ο συγγραφέας.

Εκεί απαγορεύτηκε η φουστανέλα και οι ηθοποιοί παρουσιάστηκαν με λευκές πουκαμίσες για να μην προσβάλλουν τους Νεότουρκους που είχαν κατακλύσει το θέατρο. Αλλά και στην τουρκοκρατούμενη Χίο, το 1909, οι ηθοποιοί σύρθηκαν στα δικαστήρια ύστερα από απαίτηση των τουρκικών αρχών, γιατί προσεβλήθησαν τα εθνικά αισθήματα των Τούρκων από το πρόγραμμα του θεάτρου και από τα λόγια που ακούστηκαν στο θεατρικό έργο «Ο Χορός του Ζαλόγγου». Το θεατρικό ταξίδι της Γκόλφως συνεχίζεται στη Μασσαλία, στην Αλεξάνδρεια, στην Οδησσό ακόμα και στο Παρίσι όπου Έλληνες μετανάστες διαμαρτυρήθηκαν έμμεσα για τη δικτατορία του Μεταξά. Η Γκόλφω πολιτικοποιήθηκε στα χρόνια της Κατοχής. Οι Γερμανοί έκλεισαν το θέατρο και συνέλαβαν την ηθοποιό Ηρώ Χαντά όταν οι θεατές τραγουδούσαν μαζί με τους ηθοποιούς τραγούδια γεμάτα υπονοούμενα για τους κατακτητές.

Κι επειδή η οικονομία του χρόνου δεν επιτρέπει την εκτενή αναφορά σε παραστάσεις της Γκόλφως, θα μου επιτρέψετε να μνημονεύσω τη λαμπρή παράσταση του «Ελληνικού Λαϊκού Θεάτρου» το 1967  με σκηνογραφία του Σπύρου Βασιλείου και χορογραφία του Γ. Φλερύ, με την Έλλη Φωτίου Γκόλφω και το Μάν. Κατράκη Τάσο. Εποχή άφησε και το ανέβασμα της Γκόλφως από το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου το 1993, για τα 100χρονά της, με σκηνοθέτη το φίλο της Ακράτας Κωστ. Φαρμασώνη. Η παράσταση περιόδευσε σε όλη την Ελλάδα, γιατί όπως ανέφερε ο σκηνοθέτης «πρόκειται για ένα έργο όπου ο μύθος,  το ήθος, η λέξη, η διάνοια και η περιπέτεια ήταν εκεί. Όλα αυτά που προσδιορίζει ο Αριστοτέλης, ήταν εκεί». Ο αθηναϊκός τύπος υποδέχτηκε την παράσταση με πηχυαίους τίτλους «Επιστροφή στις ρίζες μας», «Ένα αθάνατο έργο» αλλά δεν έλειψαν και οι αρνητικές κριτικές για το έργο.

Η σταδιοδρομία όμως της Γκόλφως δεν θα εξαντληθεί μόνο στο θεατρικό σανίδι. Παρουσιάστηκε με τη μορφή οπερέτας στην Αλεξάνδρεια το 1936 από τον Ορέστη Λάσκο και το 1951 από την Ηρώ Χαντά στο Γιοχάνεσμπουργκ της Αφρικής. Η Γκόλφω με τον αγαπημένο της Τάσο έγινε πίνακας ζωγραφικής από το χρωστήρα του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου Χατζημιχαήλ.
Ο έρωτάς της αποτυπώθηκε σε μοτίβα που κόσμησαν εργόχειρα. Χέρια νοικοκυράδων την έπλεξαν κουρτινάκια με το βελονάκι, την ύφαναν σε αργαλειούς, την έκαναν χαλιά, την κέντησαν και στόλισαν τα σπίτια των παππούδων μας. Πρωταγωνίστησε όμως και στο θέατρο Σκιών τη δεκαετία του ’30 όταν οι καραγκιοζοπαίχτες την ενέταξαν στο ρεπερτόριό τους εκμεταλλευόμενοι τη φήμη της για να κόψουν εισιτήρια στο συνεχώς απειλούμενο από άλλες μορφές τέχνης, θέατρο Σκιών. Ο καραγκιοζοπαίχτης Ντίνος Θεοδωρόπουλος ανεβάζει τη Γκόλφω στον μπερντέ παρέα με τους ήρωες του θεάτρου Σκιών το 1930 στο θέατρο «Παναχαϊκόν» και το 1937 στην ταράτσα του «Μαρούδα» στην Πάτρα.  

Όσο για τα πιο σύγχρονα χρόνια, η Γκόλφω έγινε γνωστή σε πόλεις της Αυστραλίας και της Αμερικής από περιοδείες θεατρικών ομάδων ή από θιάσους ομογενών όπως από την παροικία του Τορόντο του Καναδά, που είναι και η φωτογραφία που βλέπετε. Οι ομογενείς ερασιτέχνες ηθοποιοί της Ελληνικής Κοινότητας του Τορόντο ορμώμενοι από το νόστο της πατρίδας ανεβάζουν το 2004 τη Γκόλφω. Ο Κώστας Κρανιάς  στην κριτική του, που δημοσιεύεται στη διαδικτυακή εφημερίδα «Ελληνικός Τύπος», γράφει χαρακτηριστικά: «Ως διά μαγείας η προκατάληψη έκανε πέρα και τη θέση της πήρε το ελληνικό συναίσθημα. Ένα  συναίσθημα απείρου κάλλους και ευαγγελικής παρηγοριάς που αναζωογονούσε με τη βοήθεια  των Καναδογεννημένων παιδιών (της δεύτερης και τρίτης γενιάς), το φίλτρο της αγάπης για την πατρίδα. Η μικρή Ελλάδα ήταν εκεί..».

Η Γκόλφω στάθηκε έμπνευση σε σύγχρονα χοροθέατρα με hi tech προσεγγίσεις και βίντεο  από το ΚΘΒΕ το καλοκαίρι του 2004, μια παράσταση που μάταια προσπάθησε να μετατρέψει τη βουκολική ιστορία σε super hit με Super star τη Golfω και αναφορά στα εθνικά μας σύμβολα, σε σκηνοθεσία Σίμου Κακάλα. Δέχτηκε δυσμενείς κριτικές από τον τύπο  και τελικά επιβεβαιώθηκαν οι κριτικοί που θέλουν το έργο να προδίδεται από τους ηθοποιούς και τους σκηνοθέτες του και όχι από το συγγραφέα και την εποχή του.

Οι παραπάνω απόπειρες «εκσυγχρονισμού» της Γκόλφως βασίζονται στη διακειμενικότητά της ως διαχρονικής ηρωίδας αλλά και στην προσπάθεια των νέων καλλιτεχνών να πραγματοποιήσουν μια σύζευξη ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν με διαμεσολαβητή τα σύγχρονα μέσα Τεχνολογίας. Μέσα που όλο και πιο συχνά εισβάλλουν στις θεατρικές παραγωγές και δίνουν μια άλλη διάσταση στις παραστάσεις μεταβάλλοντάς τις πολλές φορές σε υπερθέαμα ή τηλεθέαμα. Αποτελούν επινοήσεις των θιασαρχών και των σκηνοθετών νέας γενιάς για να γοητεύσουν το σύγχρονο θεατή, ευρήματα που άλλοτε επιτυγχάνουν το σκοπό τους και άλλοτε επιφέρουν τη γελοιοποίηση. Ο κριτικός θεάτρου Κ. Γεωργουσόπουλος λέει χαρακτηριστικά  ότι τα παλιά έργα θέλουν νέες ερμηνείες αλλά το ζητούμενο παραμένει ο σεβασμός στο συγγραφέα και στο κείμενο.
Η άφθαρτη ομορφιά του θρύλου της Γκόλφως συναντήθηκε με πολλές μορφές τέχνης. Ο μύθος επαναλαμβάνει ρομαντικά αρχέτυπα καταγεγραμμένα στη συνείδηση του αναγνώστη και θεατή. Ενέπνευσε γι’ αυτό το λόγο στιχουργούς και συνθέτες. Ο Κ. Μύρης στο τραγούδι «50» λέει σε μια στροφή: «Στο καφενείον η Ελλάς οι θεατρίνοι μ’ ασετιλίνη και κεριά την Γκόλφω παίζουν τα παιδιά με φουστανέλες δανεικές…». Ο ανεκπλήρωτος έρωτας που οδεύει προς το θάνατο για να λυτρωθεί, ο αυθεντικός λυγμός της μεταμέλειας του ερωτευμένου νέου, το μοναδικό δόσιμο της αυταπάρνησης και η φρεσκάδα της αθωότητας θα είναι τα στοιχεία που πάντα θα εμπνέουν τους δημιουργούς σε όλες τις εποχές. 

Αλλά και οι τοπικοί πολιτιστικοί Σύλλογοι της Αχαΐας τίμησαν τη Γκόλφω και τη ζωντάνεψαν σε πλατείες, σε ανοικτά θέατρα ή σε κλειστές αίθουσες πολιτιστικών συλλόγων. Τις δυο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα τα έργα του Σ.Π παίζονται συνεχώς στην Ακράτα. Οι οργανοπαίχτες της εποχής Ν. Ράλλης, Θ. Παπαναστασίου και Π. Σπυράκος ξεκινούν με πανηγυρική μουσική τις παραστάσεις. Τους γυναικείους ρόλους του έργου ενσαρκώνουν άντρες μιας και η αυλαία για τις γυναίκες ηθοποιούς στο τοπικό ερασιτεχνικό θέατρο θα ανοίξει το 1943.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που το ακροατήριο “φωτογράφισε” τα απόκρυφα  της Γκόλφως  και σκόρπισε το γέλιο σε μικρούς και μεγάλους. Οι Ακρατινοί έχουν να αφηγούνται πολλές τέτοιες αστείες ιστορίες.
Η ίδρυση του μακροβιότερου Πολιτιστικού Συλλόγου στην Ακράτα, της «Αναγέννησης»,  το 1924, σφραγίζει την ιστορία του πολιτισμού στην Ανατολική Αιγιάλεια. Στο «πνευματικό κέντρο» που θεμελιώθηκε το 1927, οι άνθρωποι του συλλόγου σε συνεργασία με το πνευματικό δυναμικό του γυμνασίου Ακράτας, διοργανώνουν το 1949 το α΄ φιλολογικό μνημόσυνο για τα 30χρονα απ’ το θάνατο του θεατρικού συγγραφέα με ανέβασμα  της «Εσμέ» υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του καθηγητή του Γυμνασίου Ακράτας Νίκου Χωμενίδη και ερασιτέχνες ηθοποιούς.

Αλλά και στα χωριά της Κραθίδας τα έργα του Σ.Π έχουν μεγάλη απήχηση. Στις 28 Οκτωβρίου του 1950 για πρώτη φορά τους γυναικείους ρόλους υποδύονται γυναίκες μέλη του Συλλόγου «Προοδευτικός Σύλλογος Νέων ο Πήγασος» του  Πλατάνου. Το 1966 σε καφενείο της Παραλίας Πλατάνου ανεβαίνει με μεγάλη επιτυχία η «Γκόλφω» από τους νέους του χωριού, ένας εκ των οποίων ήταν και ο πατέρας μου που ενσάρκωσε με επιτυχία τον Τάσο και θυμάται ακόμα και σήμερα 40 χρόνια μετά, τους στίχους του έργου για να επιβεβαιώσει ίσως, ότι η γενιά των γονιών μας απαγγέλλει τους στίχους όπως οι Κρητικοί έχουν απομνημονεύσει ολόκληρο τον Ερωτόκριτο. Σύμφωνα με μαρτυρίες ντόπιων, την περίοδο της κατοχής στα χωριά της Φελλόης τα έσοδα από τις παραστάσεις της «Γκόλφως» διατίθενται για την κατασκευή του καμπαναριού της εκκλησίας του Αγίου Ανδρέα στην Όαση του σημερινού Δήμου Αιγείρας αλλά και άλλες καμπάνες ήχησαν γλυκά φτιαγμένες από τα δάκρια της Γκόλφως. 
Τον Μάιο του 1970, οι πολιτιστικοί φορείς της Ακράτας συντονίζουν το β΄ φιλολογικό μνημόσυνο που περιλαμβάνει τιμητικό ψήφισμα της Εταιρείας  Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, ομιλία, παράσταση της «Γκόλφως» και εντοίχιση πλάκας στο σπίτι του συγγραφέα στην Ακράτα. Οι μαθητές του Γυμνασίου Ακράτας ανεβάζουν τη χρονιά εκείνη το θεατρικό του έργο:  «Ο Χορός του Ζαλόγγου».

Οι πνευματικοί άνθρωποι της Ακράτας δεν έπαψαν ποτέ να θυμούνται και να τιμούν τον Περεσιάδη, έτσι  το 1993, η Αναγέννηση βαφτίζει το αφιέρωμά της στο συγγραφέα  «Έτος Περεσιάδη» με μουσικές, χορευτικές εκδηλώσεις, εκθέσεις ζωγραφικής αλλά και ανατύπωση των θεατρικών έργων «Γκόλφω»- «Εσμέ» από τις εκδόσεις Τέσσερα Έψιλον. Ας δούμε ένα μικρό απόσπασμα από εκείνη την παράσταση με τους ερασιτέχνες ακρατινούς ηθοποιούς.

Οι μαθητές του Γυμνασίου Ακράτας παρουσιάζουν τον «Προεστό του Χωριού» με μεγάλη επιτυχία. Το έργο  περιοδεύει και λαμβάνει μέρος σε μαθητικούς θεατρικούς αγώνες στην Ιθάκη. Ο κεντρικότερος δρόμος της Ακράτας, ο δρόμος που διέρχεται από την εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους, το πολιτιστικό κτίριο του Δήμου την Αναγέννηση και καταλήγει στη γειτονιά «Χαρωνέικα», που ήταν και το σπίτι του, φέρει το όνομά του. Πρόσφατα, το 2003, επανεκδίδεται η «Γκόλφω» από τις εκδόσεις Α.Α Λιβάνη με επιμέλεια του Τάσου Γεωργαντόπουλου και χορηγία του Δήμου Ακράτας. Το ολυμπιακό έτος 2004 διοργανώνονται τα «Περεσιάδεια», με διεξαγωγή πανελλήνιου συνεδρίου με προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών, πολυεπίπεδη έκθεση του ιστορικού αρχείου της οικογένειας Περεσιάδη αλλά και καλλιτεχνών του τόπου, θεατρικό αναλόγιο, εκδηλώσεις που στέφτηκαν με επιτυχία.

Ο τυφλός ποιητής και δραματουργός, ο πατέρας της αγαπημένης θεατρικής και κινηματογραφικής Γκόλφως, ο αοιδός του Χελμού, ο υμνητής μιας γενναίας και γεμάτης αξιοπρέπειας Ελλάδας έχει ακόμα πολλά να δώσει σε μια εποχή που το προσωποιημένο άρα και ανθρώπινο τοπικό στοιχείο αντιστέκεται, όχι με πολλές δυνάμεις, θα έλεγα, στον άνεμο της απρόσωπης παγκοσμιοποίησης. Το παγκοσμιοποιημένο προϊόν μιας γαλακτερής οθόνης που με την ταχύτητα των τηλεδικτύων τείνει να καταλάβει κάθε πηγαία και αυθεντική πνευματική κίνηση και να την ισοπεδώσει κάτω από το βάρος του όμοιου για όλους σα να μην γνωρίζουμε ότι η ομορφιά αυτού του κόσμου βασίζεται στην ποικιλομορφία του, στη διαφορετικότητα και στην ανισομέρειά του. Πολλές φορές, αναρωτιέμαι, τι έχουμε να προτάξουμε στην παγκοσμιοποιημένη πολιτιστική ένδεια, στην παγκοσμιοποιημένη ίδια για όλους διασκέδαση και ψυχαγωγία αλλά και στο παγκοσμιοποιημένο κιτς που ασφυκτικά μας περικλείει; Η απάντηση έρχεται αβίαστα με ένα ερώτημα. Τι άλλο από το τοπικό μας κεφάλαιο;

Ο Αχαιός δημιουργός ύμνησε μέσα από το έργο του όχι μόνο την αχαϊκή ύπαιθρο αλλά την ύπαιθρο μιας πατρίδας που χάνει αργά και σταδιακά την παράδοσή της χωρίς δυστυχώς να έχει ίχνος ενοχής την ώρα που ξεπουλιέται στο παζάρι τηλεοπτικών εκπομπών. Το έργο του δημιουργού Περεσιάδη αναδεικνύει, αν μη τι άλλο, την ταυτότητα και την ιστορία του πολιτισμού της κλειστής αγροτικής- ποιμενικής κοινωνίας μιας αυθεντικής Ελλάδας που τα ξέφτια της αιωρούνται σήμερα σε φολκλορικές εκδηλώσεις δήμων και που μάταια πασχίζουν να αναβιώσουν. Οι ιλουστρασιόν επετειακές φόδρες της στα φεστιβάλ «παραδοσιακών χορών και δημοτικών τραγουδιών» θέλουν να κρατήσουν ζωντανή τη μνήμη του παρελθόντος, αλλά δυστυχώς, η ουσία έχει χαθεί. 

Τελειώνοντας την ομιλία μου θα ήθελα να κλείσω με ένα απόσπασμα από την εφημερίδα ΑΣΤΡΑΠΗ: «Απέθανεν  λοιπόν ένας ποιητής. Ο ποιητής. Διότι ο Περεσιάδης ήτο ο γνωστότερος εκ των παλαιών ποιητών. Απέθανεν ξαφνικά.……Έγραφε μάλιστα μέχρι της τελευταίας στιγμής. Και ίσως αύριον εις τα πλούσια χειρόγραφά του, άτινα απετέλουν  την μόνην περιουσίαν του, ευρεθούν νέα διαμάντια της ποιητικής εμπνεύσεώς του. Δεν ήτο ποιητής του ρωμαντισμού και ολιγώτερον παντός άλλου έψαλλε τον ουρανόν και την φύσιν…»

Με αυτές τις συγκινησιακά φορτισμένες αράδες στο πρωτοσέλιδο άρθρο της εφημερίδας της 14ης Ιανουαρίου 1918 που φέρει τον τίτλο Ο ΠΟΙΗΤΗΣ, ο αρθρογράφος  καλύπτει το θάνατο του Σπυρίδωνος Περεσιάδη, ο οποίος πέθανε το 1918 από «Ισπανική γρίπη» στην Αθήνα! Ο συγγραφέας της πολυπαιγμένης Γκόλφως κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη. Βλέπετε, η Βουλή των Ελλήνων το 1914 είχε αρνηθεί τη συνταξιοδότησή του.

Φτάνει μόνο να φανταστούμε ότι ο ποιητής, που έκανε πλούσιους τους θιασάρχες με το ανέβασμα των έργων του και δημιούργησαν μια περιουσία με τα ποσοστά των παραστάσεων, ο δημιουργός που έδωσε δουλειά σε τόσους ηθοποιούς που ενσάρκωσαν τους ήρωές του, δε νοιάστηκε ούτε φρόντισε για τα έξοδα της κηδείας του και έφυγε άπορος.
Από τότε μέχρι σήμερα το έργο του συγγραφέα κατορθώνει και συγκινεί κρατώντας ακέραιη την ειδυλλιακή εικόνα της ελληνικής υπαίθρου που ζει και αναπνέει δίπλα μας πασχίζοντας να διατηρήσει το ηχόχρωμά της στις σειρήνες των καιρών. Κι έχει απόλυτο δίκιο ο δημοσιογράφος του 1918 όταν γράφει προφητικά ότι στα γραπτά του Περεσιάδη μπορεί να βρεθούν διαμάντια ποιητικής έμπνευσης. Γιατί όταν τραγουδάς τον έρωτα και τη ζωή μέσα απ’ τα πάθη μιας νέας, όταν σταλάζεις τις πιο γλυκές λέξεις στο ποίημα για τη μάνα, όταν όλα αυτά διαδραματίζονται επί σκηνής στο λαϊκό θέατρο, στο θέατρο της καρδιάς και της ψυχής, έχεις κερδίσει την αποδοχή ενός ευρύτερου κοινού που είναι και ο αδιαμφισβήτητος κριτής. Είναι αυτός που καταλύει κάθε κριτική και δίνει τη δύναμη στο έργο να νικήσει το χρόνο. Γιατί, τελικά, ο Περεσιάδης ενέπνευσε τους μεταγενέστερους και σε μια εποχή αλλοπρόσαλλη σαν τη δική μας, φίλες και φίλοι, μπορεί ακόμα να εμπνεύσει.

Η ομιλία μου δεν είναι τίποτα άλλο από μια αποτίμηση φόρου τιμής στον Αχαιό δημιουργό,  «στον τυφλό  συμπατριώτη μας ποιητή και δραματογράφο», όπως αναφέρει ο Μιχαήλ Ροδάς στο πρώτο φύλλο της εφημερίδας ΧΕΛΜΟΣ, τον Ιανουάριο του 1948, Σπ. Περεσιάδη. Κάθε τόπος οφείλει να τιμά και να αναδεικνύει το τοπικό πνευματικό του κεφάλαιο. Κάθε τοπική κοινωνία, έχει τα «πρόσωπά» της, τους θρύλους και τις παραδόσεις της, το δικό της μοναδικό παρελθόν. Με άλλα λόγια έχει την πολιτιστική της βαλίτσα και σε κάθε ευκαιρία πρέπει να την αναδεικνύει και να τη μεταβιβάζει στις νεότερες γενιές. Κυρίες και κύριοι, το τοπικό κεφάλαιο έχει μέτρο αξίας ίσο με εκείνο που του αποδίδουν οι πνευματικοί του άνθρωποι. Τα ποσά είναι αναντίρρητα ανάλογα.

Εμείς, οι Αιγιαλείς, οι Αχαιοί πολύ απλά σήμερα αυτό πράττουμε. Τιμούμε τον ίδιο τον τόπο μας που έχει γεννήσει έναν ποιητή, ένα δραματουργό έναν ιδιαίτερο άνθρωπο που έκανε τη Νωνάκριδα, τα Κλουκινοχώρια και την Ακράτα γνωστά στο πανελλήνιο και όχι μόνο, εάν σκεφτούμε ότι  τα έργα του περιόδευσαν στις σκηνές του κόσμου και άγγιξαν τις ψυχές τόσων θεατών.     
Σε αυτόν τον άνθρωπο, που με τη γλαφυρή του πένα σηματοδότησε το θέατρο και αργότερα εν αγνοία του τον κινηματογράφο και άλλες μορφές τέχνης, τον υμνητή της φύσης, τον τραγουδιστή της αγάπης και του έρωτα, αφιερώνω τους στίχους του Αιγιώτη ποιητή Γιάννη Ανδρικόπουλου που σμίλεψε με την πένα του στη μνήμη του με τον τίτλο «Ο Τυφλός Λυράρης του Χελμού».
Στον αργαλειό της έμπνευσης η τέχνη σου ανυφάντρα …
Έπλεξες πάθια και καημούς…
Νεράιδες, ξωτικά, στοιχειά, Τάσος και Γκόλφω αντάμα
Της λυρικής σου στόχασης πλάσματα λατρεμένα
Γιατί η έμπνευση έχει πατρίδα. Και για εμάς τους απόγονους Αχαιούς του δημιουργού Σπ. Περεσιάδη «πατρίδα» είναι τα αγνά δάκρια της Γκόλφως, το συναπάντημα της αγριάδας και της τρυφερότητας στην κοιλάδα του Χελμού, τα ιστορικά γεγονότα που σφράγισαν τούτο τον τόπο, οι θρύλοι και οι παραδόσεις που ζωντανεύουν ξεδιψώντας στα  Ύδατα Στυγός, όλα εικόνες συνυφασμένες με την πολιτισμική μας παράδοση, την τοπική μας κληρονομιά και το λαϊκό μας πολιτισμό.

Ο Περεσιάδης γράφει γι’ αυτή την πατρίδα και εντέλει μας κληροδοτεί την αγωνία του γι’ αυτόν τον τόπο σε μια εποχή που πολλοί θα ήθελαν να μην υπήρχαν πατρίδες, γλώσσες, παραδόσεις.
Ελπίζω με την παραπάνω εισήγησή μου να σκιαγράφησα το δημιουργό Σπυρίδωνα Περεσιάδη και να άγγιξα λίγο τις ψυχές σας παραδίδοντας σε εσάς τη σκυτάλη της αγωνίας του.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Βιβλιογραφία
1. «Ίδρυση και εξέλιξη της Ακράτας», Τάσου Γεωργαντόπουλου, β΄ έκδοση, Αθήνα 2001.
2. Δικτυακός τόπος του ΙΜΕ: www.ime.gr
3. Κώστας Ασημακόπουλος, στο συνέδριο στην Ακράτα με θέμα: «Ο Σπ. Περεσιάδης και η θέση του στο Νεοελληνικό Θέατρο», Ιούλιος 2004
4. «Γκόλφω-Εσμέ», Σπ. Περεσιάδη, επιμ. Τασ. Γεωργαντόπουλος, εκδ. Τέσσερα Έψιλον, Αθήνα, 1993
5. «Το Νεοελληνικό πλάι στο Παγκόσμιο Θέατρο», Δραματικά ειδύλλια ή έργα φουστανέλας, Μήτσος Λυγίζος, τομ. Α΄, β΄ έκδοση, εκδ. Δωδώνη.  
6. «Ο Καιρός των Χρυσανθέμων», Μάνος Ελευθερίου, εκδ. Μεταίχμιο, 2003.
7.  «Ιστορικά και Λαογραφικά της Αν. Αιγιαλείας», Αθ. Φωτόπουλος, τομ. Α΄- Β΄, Αθήνα, 1982
8. «Ακρατινοί Εργάτες του θεάτρου μας», Τασ. Γεωργαντόπουλου, Αθήνα, 1978 και 2000
9. Ευανθία Στιβανάκη, συνέδριο στην Ακράτα, Ιούλιος 2004.
10. «Παραλογοτεχνία στην Ελλάδα (1830- 1980)», Κυριάκος Κάσσης, 1985
11. Μιχάλης Μερακλής, συνέδριο Ακράτας 2004
12. Χρυσάνθη Σωτηροπούλου, καθηγήτρια κινηματογράφου στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών, (η αναφορά στο συνέδριο).
13. Δικτυακός τόπος εφημερίδας: http://greekpress.ca.
14. Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ , 16-06-2004 
15. Εφημερίδα ΣΤΥΞ και στο δικτυακό της τόπο: www.styga.gr
16. Εφημερίδα ΧΕΛΜΟΣ
17. Εφημερίδα ΦΙΛΟΔΗΜΟΣ 21/10/2004
18. Κώστας Γεωργουσόπουλος, «Κλειδιά και κώδικες του θεάτρου»
19. Αρχείο Οικογένειας Περεσιάδη
20. Αρχείο Πολιτιστικού Συλλόγου «Αναγέννηση»
21. Αρχείο ΕΡΑ, «Η ώρα της ελληνικής σκηνής»
22. «Η τύχη της Γκόλφως», Ηρώ Κατσιώτη από τα πρακτικά του Α΄ πανελλήνιου θεατρολογικού συνεδρίου με θέμα: «Το ελληνικό θέατρο από τον 17ο στον 20ο αιώνα» Αθήνα, 2002

 

 

 

 

 

 

 

 

Блог http://webekm.com/ и още нещо.

Full premium theme for CMS

Bookmaker bet365 The best odds.